Γυναίκες της Βραζιλίας: Σάμπα, γύμνια, φαβέλα και στο βάθος ελπίς
Η χώρα των 200 εκατομμυρίων ανθρώπων και με τα χίλια πρόσωπα. Μέχρι πρόσφατα, το μέλλον της φάνταζε καταδικασμένο σ’ ένα χάσμα ανισοτήτων...τώρα συγκαταλέγεται στις έξι μεγαλύτερες οικονομίες στον κόσμο. Η πολιτική Λούλα έθεσε τις βάσεις και σήμερα μια γυναίκα στο τιμόνι της χώρας καλείται να δώσει συνέχεια.
«Θα ήθελα οι γονείς που έχουν κόρες να τις κοιτάξουν στα μάτια και να τους πούνε ναι, μια γυναίκα μπορεί», ανέφερε η Dilma Rousseff, λίγο μετά την εκλογή της ως η πρώτη γυναίκα πρόεδρος της Βραζιλίας, τονίζοντας πως «σήμερα πρέπει να νιώθουν υπερήφανες όλες οι γυναίκες της Βραζιλίας». Ορκίστηκε την 1η Ιανουαρίου 2011, δίνοντας την υπόσχεση της συνέχισης της αριστερής πολιτικής του Luiz Inacio Lula da Silva. Σημείωσε πως η εκλογή της στο προεδρικό αξίωμα αποτελεί σημάδι της δημοκρατικής προόδου της χώρας και τόνισε πως προτεραιότητα αποτελεί η διασφάλιση του δικαιώματος για ίσες ευκαιρίες μεταξύ ανδρών και γυναικών, σε όλα τα επίπεδα.
Ένα χρόνο μετά τη διακυβέρνηση Ρούσεφ, η Βραζιλία αποτελεί την έκτη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη, πίσω από ΗΠΑ, Κίνα, Ιαπωνία, Γερμανία και Γαλλία. Κινητήρα της συνεχούς ανάπτυξης αποτελούν οι καταναλωτικές ανάγκες της ενισχυμένης και διογκωμένης μικροαστικής τάξης, που χάρη στην εισοδηματική πολιτική των κυβερνήσεων Λούλα και Ρούσεφ μπορεί πλέον να απολαμβάνει το πρώτο (!) ψυγείο ή αυτοκίνητο.
Παρ’ όλο που τα αποτελέσματα σε ορισμένους τομείς, όπως η μείωση του πληθωρισμού, η αύξηση του κατώτερου μισθού και η μείωση του εξωτερικού χρέους, ήταν εντυπωσιακά, σε άλλους τομείς, όπως η καταπολέμηση της εγκληματικότητας, δεν ήταν τόσο εμφανή, ιδιαίτερα στις φαβέλες, δηλ. τις άνομες παραγκουπόλεις της Βραζιλίας.
Εκεί όπου τα ναρκωτικά, η βία, η πορνεία, η εξαθλίωση και ο εκφοβισμός αποτελούν ρουτίνα. Εκεί όπου για να επιβιώσεις πρέπει είτε να μη βλέπεις, μην ακούς, μη μιλάς, είτε να ανήκεις σε συμμορία. Μπορεί οι φαβέλες να χωρίζονται μονάχα από μια άσφαλτο από τις γειτονιές της μεσαίας τάξης, αλλά πολλοί είναι αυτοί που ούτε διανοούνται να πατήσουν το πόδι τους σε φαβέλα. Σήμερα, ωστόσο, η ανάγκη για μείωση του χάσματος είναι αναγκαία. Το Μουντιάλ του 2014 και οι Ολυμπιακοί του 2016 απαιτούν απ’ τη Βραζιλία να δώσει την καλύτερή της εικόνα. Η αδιαφορία της μεσαίας τάξης για τη φτωχολογιά ανήκει στο παρελθόν. Γι’ αυτό οι Αρχές της Βραζιλίας άρχισαν έναν αγώνα δρόμου και έναν ανελέητο πόλεμο για την καταστολή του εγκλήματος στις φαβέλες. Άπειρες είναι οι μαρτυρίες γυναικών που καταθέτουν πόσο δύσκολο είναι να μεγαλώνουν πέντε, έξι παιδιά χωρίς την παρουσία πατέρα που είτε σκοτώθηκε στον «πόλεμο» ανάμεσα στις συμμορίες (και θάνατος από αντίπαλη συμμορία ισοδυναμεί με μαρτυρικό θάνατο μετά από φρικτά βασανιστήρια), είτε χάθηκε από τα ναρκωτικά. Ο δείκτης ανθρωποκτονιών της Βραζιλίας είναι τόσο μεγάλος που την καθιστά τη δεύτερη πιο επικίνδυνη χώρα της Νότιας Αμερικής.
Η Gabriella έζησε όλα τα χρόνια της στη φαβέλα. Δύσκολα παιδικά χρόνια, χωρίς την παρουσία πατέρα... Πέθανε και αυτός, όπως και τόσοι άλλοι από τα ναρκωτικά. Άνηκε στη συμμορία ενός από τους μεγαλύτερους εμπόρους ναρκωτικών της Βραζιλίας, το Λουί Φερνάντο ντα Κόστα. Η Gabriella θυμάται τη μητέρα της να μην κοιμάται να βράδια, να ξαγρυπνά πάνω απ’ το προσκέφαλό τους. Ακούει ακόμα τους βίαιους χτύπους στην πόρτα και μετά τις φωνές της μάνας της να κρυφτούν κάτω απ’ το κρεβάτι, όσο η ίδια προσπαθούσε να ξεφορτωθεί τα σακουλάκια θανάτου που καταχώνιαζε ο άντρα της. Τη θυμάται να τρέχει στο παράθυρο, όποτε άκουγε πυροβολισμούς. Τη νιώθει πώς την έσφιξε στην αγκαλιά της, όταν έμαθε πως βρέθηκε νεκρός ο άντρας της. Μετά θυμάται τους αγώνες που έκανε για να μεγαλώσει τα τέσσερα παιδιά της. Η Gabriella, ως η μεγαλύτερη από τα τέσσερα αδέρφια της, δούλευε από τα 12. Καθάριζε σκάλες. Ο αδερφός της ονειρευόταν με μια μπάλα στο χέρι. Πώς να τον προσέξουν όμως; Η μητέρα του ήταν κάθετη: «Δε θα αναμιχθείς με συμμορίες». Ήξεραν όλοι πολύ καλά πως αν δεν τον προωθούσε κάποιος «δυνατός» στο χώρο του ποδοσφαίρου ή αν δεν είχε χρήμα να λαδώσει, η μοίρα του θα ήταν να ζήσει και να πεθάνει στη φαβέλα. Ύστερα από δέκα χρόνια, όλες αυτές οι θύμησες, τα φαντάσματα του παρελθόντος, γίνονται η πραγματικότητα της Gabriella. Όχι πια στο ρόλο της μεγαλύτερης κόρης, αλλά στο ρόλο της μάνας. Στα 22 με τρία παιδιά... μόνη. Αυτή τη φορά έφταιγε μια αδέσποτη σφαίρα της αστυνομίας. Ο άντρα της βρέθηκε τη λάθος στιγμή, στο λάθος μέρος. Πολλά λάθη μαζεμένα, όπως και όλη τους η ζωή.
Οι άνθρωποι στις φαβέλες νιώθουν περιθωριοποιημένοι και η μόνη επαφή που έχουν με την κυβέρνηση είναι μέσω των επιχειρήσεων της αστυνομίας, που χρησιμοποιεί τη βία αδιάκριτα.
Οι γυναίκες αποτελούν τα θύματα τόσο της εγκληματικής, όσο και της αστυνομικής βίας. «Αντί να παρέχει προστασία, η αστυνομία συχνά υποβάλει τις γυναίκες σε παράνομους ελέγχους από άνδρες αστυνομικούς, χρησιμοποιεί υβριστική και ρατσιστική γλώσσα εναντίον τους και τις εκφοβίζει, ειδικά όταν προσπαθήσουν να παρέμβουν για να προστατεύσουν κάποιο συγγενή τους», δήλωσε ο Τιμ Καχίλ, ερευνητής της Διεθνούς Αμνηστίας για τη Βραζιλία. Οι γυναίκες που προσπαθούν να υπερασπιστούν τα αρσενικά μέλη της οικογένειάς τους, βρίσκονται αντιμέτωπες με τις απειλές και παρενοχλήσεις της αστυνομίας.
Οι αστυνομικές επιδρομές, όμως, μόνο παροδικά λύνουν το πρόβλημα. Οι κάτοικοι στις φαβέλες βιώνουν την απόλυτη εγκατάλειψη από το κράτος και ζητούν να αλλάξει κάτι, έστω και αργά.
Οι έμποροι των ναρκωτικών και οι αρχηγοί των συμμοριών χωρίζουν τις φαβέλες σε περιοχές κυριαρχίας και εκμεταλλευόμενοι την απουσία του κράτους, γίνονται οι ίδιοι «κυβέρνηση» και διοικούν, θέτοντας τους νόμους και τις ποινές. Οι γυναίκες χρησιμοποιούνται άλλοτε σαν έπαθλα και άλλοτε σαν αντικείμενα ανταλλαγής ή δολώματα από τις συμμορίες και τους διεφθαρμένους αστυνομικούς.
Μαρτυρίες γυναικών στη Διεθνή Αμνηστία κάνουν λόγο για εξαναγκασμό τους να παρέχουν σεξουαλική ηδονή ως αντάλλαγμα για τη διαγραφή χρεών. Η σεξουαλική κακοποίηση γυναικών, αλλά και ανήλικων κοριτσιών, είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη φτώχεια και τη στέρηση. Για μερικές η σεξουαλική εκμετάλλευση αποτελεί, ίσως, το μοναδικό μέσο επιβίωσης. Η Μόνικα τα βάζει με την κυβέρνηση. Εδώ και τρία χρόνια ψάχνει δουλειά, χωρίς αποτέλεσμα. Στο τέλος αναγκάστηκε να ζήσει, πουλώντας το κορμί της.
Γυναίκες καταδικασμένες να ζουν στο φόβο και την ανασφάλεια, χάνουν τον ύπνο τους από το άγχος και συνεχίζουν να εκλιπαρούν για τα αυτονόητα. «Της ξύρισαν το κεφάλι, με τη βία την ώθησαν έξω από το σπίτι και μετά την ανάγκασαν να περπατήσει γυμνή σε όλη τη φαβέλα...», μαρτυρούν γυναίκες στη Διεθνή Αμνηστία. Και όλα αυτά επειδή υπήρξαν υποψίες ότι απατούσε το σύζυγό της.
Μερικές φορές καταφεύγουν σε λύσεις μεταφυσικές, στα «μαγικά», τα μέντιουμ, τα ταρό για παρηγοριά και για να μάθουν τη μοίρα τους. Μια μοίρα που συνεχώς αμφισβητείται. Άλλες πάλι στο ποτό και τα χάπια. Μαστουρωμένες δε νιώθουν πόνο – σωματικό και ψυχικό -, μπορούν, αν μη τι άλλο, να κοιμηθούν.
Αν και η ενδοοικογενειακή βία απαγορεύεται από το νόμο, εξακολουθεί να είναι διαδεδομένη και πολύ λιγότερο δημοσιοποιημένη. Η κυβέρνηση προέβη σε ενέργειες για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών, ιδίως με τη δημιουργία αστυνομικών τμημάτων που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την αντιμετώπιση των εγκλημάτων κατά των γυναικών, καθώς και με την υιοθέτηση του νόμου Maria da Penha, ο οποίος πήρε το όνομά του ως φόρος τιμής στη Maria da Penha, μια γυναίκα που έμεινε παραπληγική από το βίαιο σύζυγό της και πάλεψε για την έγκριση του νόμου αυτού. Ο νόμος προνοεί τη φυλάκιση των βίαιων συζύγων και την αποφυγή της ατιμωρησίας. Παρ’ όλα αυτά οι γυναίκες συνεχίζουν να πέφτουν θύματα βίας μέσα στο ίδιο τους το σπίτι καθημερινά, ενώ από φόβο τα περιστατικά αυτά δεν καταγγέλλονται ποτέ.
Στη Βραζιλία, γυναίκες που έπεσαν θύματα βιασμού ή κακοποίησης δεν έχουν πρόσβαση στις δημόσιες υπηρεσίες περίθαλψης και δικαιοσύνης και καταδικάζονται να ζουν στη σιωπή. Η πρόσβαση γίνεται ακόμα δυσκολότερη, όταν οι ίδιες οι υπηρεσίες περίθαλψης, όπως οι τοπικές κλινικές, ελέγχονται από τις συμμορίες και γυναίκες αναγκάζονται να αλλάξουν περιοχή, περπατώντας χιλιόμετρα, για να επισκεφθούν γιατρό. Επιπρόσθετα, λειτουργοί βασικών υπηρεσιών της κοινωνίας, όπως νοσηλευτές, γιατροί, δάσκαλοι, συχνά φοβούνται να δουλέψουν σε φαβέλες και όχι αδικαιολόγητα.
Παρά τα προβλήματα, όμως, ο κόσμος της Βραζιλίας βρίσκει διέξοδο στο γλέντι, τη διασκέδαση, το τραγούδι και το χορό. Το γνωμικό που χρησιμοποιείται συχνά στη Βραζιλία είναι: «όπου υπάρχει χορός, υπάρχει ελπίδα». Καθημερινά τα σοκάκια της Βραζιλίας, εντός και εκτός των φτωχογειτονιών, πλημμυρίζουν με ήχους σάμπα και Βραζιλιάνες να λικνίζονται στους ρυθμούς της. Θέαμα που μαγνητίζει τους τουρίστες. Συνειρμικά το μυαλό φέρνει εικόνες καρναβαλιού.
Παγκόσμιο πάρτι
Καρναβάλι σημαίνει χορός, τραγούδι, γλέντι, αλλά και Ρίο Ντε Τζανέιρο. Στο πιο φημισμένο καρναβάλι του κόσμου, πρωταγωνίστριες είναι οι καλλίγραμμες, σέξι Βραζιλιάνες, που χορεύουν ξέφρενα στους ρυθμούς της σάμπας, με ιδιαίτερα αποκαλυπτικές στολές. Ο τουρισμός τις τέσσερις μέρες του καρναβαλιού αυξάνεται κατακόρυφα...τα έσοδα για τη χώρα τεράστια.
Η σάμπα δεν είναι απλά χορός για τις Βραζιλιάνες...είναι η κουλτούρα τους. Πριν μάθουν να μιλούν, μαθαίνουν να χορεύουν. Ό,τι σε μας φαντάζει δύσκολο και περίπλοκο, στις Βραζιλιάνες βγαίνει τόσο αβίαστα και φυσικά. Ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη κληρονομιά των Βραζιλιάνων από τη μια γενιά στην άλλη...το γονίδιο που κληροδοτεί το ταλέντο στο χορό, κυρίως στις γυναίκες, και το ταλέντο στο ποδόσφαιρο στους άντρες.
Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί πως το καρναβάλι του Ρίο είναι μια ευκαιρία για τους Βραζιλιάνους να ξεφύγουν απ’ τα προβλήματά τους. Για τέσσερις μέρες να ξεχάσουν τη φτώχεια και μιζέρια τριγύρω τους και να παραδοθούν στον καρναβαλίστικο διονυσιασμό. Οι περισσότερο καχύποπτοι θα έλεγαν πως είναι άλλος ένας τρόπος για να αυξήσει τα έσοδά της η χώρα, προσφέροντας θέαμα και προσκαλώντας χιλιάδες τουρίστες σ’ ένα παγκόσμιο πάρτι. Ισχύουν και τα δύο, μόνο που πολύ πιο σκοτεινά συμφέροντα κρύβονται πίσω από τη φαινομενικά μεγαλύτερη γιορτή του κόσμου.
Το οργανωμένο έγκλημα δε θα μπορούσε να απουσιάζει, όπως επίσης ούτε και οι έμποροι ναρκωτικών και σάρκας. Οι σχολές σάμπας, που λαμβάνουν μέρος στη μεγάλη καρναβαλίστικη παρέλαση στο Σαμποδρόμιο της «Πόλης του Θεού» κάθε χρόνο, διεκδικούν με κάθε μέσο τον τίτλο της πρωταθλήτριας. Οι πρόεδροί τους δε διστάζουν να συνεργαστούν με αρχηγούς συμμοριών και μαφιόζους προκειμένου να κερδίσουν τη νίκη και τα μεγάλα χρηματικά ποσά από τα παράνομα στοιχήματα για το νικητή. Απειλές κατά της ζωής των κριτών της παρέλασης που αποφασίζουν το νικητή, ξέπλυμα χρήματος, ακόμα και δολοφονίες μελών των σχολών είναι μερικά απ’ τα φαινόμενα που παρατηρούνται κάθε χρόνο στο Καρναβάλι. Μέσα σ’ όλο αυτό, το γυναικείο κορμί χρησιμοποιείται ως αντικείμενο, ως άλλο ένα μέσο για επίτευξη του στόχου.
Στοιχεία της UNICEF καταδεικνύουν πως η Βραζιλία έχει το δεύτερο μεγαλύτερο ποσοστό πορνείας ανηλίκων στον κόσμο, το οποίο αυξάνεται περισσότερο τις μέρες του Καρναβαλιού. Μεθυσμένοι τουρίστες παζαρεύουν μια βραδιά με νεαρά κορίτσια, που είναι πρόθυμα να πουλήσουν το κορμί τους για μερικά ευρώ.
Για τις Βραζιλιάνες η εξωτερική εμφάνιση αποτελεί το εισιτήριο για την έξοδο απ’ τη μιζέρια και τη στέρηση. Θεωρούνται, και όχι αδίκως, από τις ομορφότερες γυναίκες του πλανήτη. Το σώμα τους, ιδιαίτερα με τις σέξι στολές και τα ψηλοτάκουνα παπούτσια, μοιάζει να είναι αψεγάδιαστο, με τέλειες καμπύλες και αναλογίες. Η ψύχωση για το τέλειο σώμα οδηγεί πολλές Βραζιλιάνες στο χειρουργικό τραπέζι για επεμβάσεις πλαστικής χειρουργικής. Λίγο λιγότερο από δύο χιλιάδες άτομα την ημέρα υποβάλλονται σε τέτοιου είδους επεμβάσεις, η πλειοψηφία των οποίων αφορά αυξητική στήθους. Μετά το σάλο που ξέσπασε με τα εμφυτεύματα στήθους της γαλλικής εταιρείας PIP, τέθηκαν σε συναγερμό οι αρχές της χώρας, προσπαθώντας να καταρτίσουν λίστες με τα ονόματα των γυναικών που προχώρησαν σε επέμβαση προσθετικής στήθους. Μαζί με τον όγκο σιλικόνης που μεγαλώνει, όμως, μεγαλώνει και η ελπίδα για μια καλύτερη ζωή.
Εκκαθάριση της...Ροσίνια
Και αν όλα αυτά ακούγονται τραγικά και η Βραζιλία φαντάζει χώρα χωρίς ελπίδα, να πούμε πως λίγο πριν αποχαιρετήσουμε το 2011, οι δυνάμεις ασφαλείας της χώρας κατάφεραν να ανακαταλάβουν τη μεγαλύτερη φαβέλα του Ρίο Ντε Τζανέιρο, τη Ροσίνια, μετά από τρεις δεκαετίες, χωρίς τη ρίψη ούτε ενός πυροβολισμού - παρά τη συμμετοχή του στρατού, τεθωρακισμένων οχημάτων, και ελικοπτέρων - και να συλλάβουν έναν από τους μεγαλύτερους βαρόνους των ναρκωτικών της πόλης, τον Αντόνιο Φρανσίσκο Μπομφίμ Λόπες. Ίσως τώρα η Gabriella καταφέρει να κοιμηθεί λίγο πιο ήρεμα…
Της Στέλλας Παναγιώτου
0 comments