Η μάχη με την ανορεξία
Η συγκινητική ιστορία ενός κοριτσιού, που πάλεψε με την ανορεξία για χρόνια και τελικά τη νίκησε
«Στην τρίτη λυκείου, θα πήγαινα στο χορό των τελειοφοίτων και δανείστηκα το φόρεμα της ξαδέρφης μου. Είχαμε το ίδιο ύψος, αν και διαφορετικό σωματότυπο. Όταν δοκίμασα να το φορέσω, σε κάποια σημεία με στένευε. Η αντίδραση της κολλητής μου, που λογικά δε θα έπρεπε να με πειράξει αλλά τελικά με ενόχλησε, ήταν: «Ω, ίσως χρειαστεί να χάσεις λίγο βάρος». Ήμουν λεπτή, περισσότερο όμως ήμουν τελειομανής. Σκέφτηκα: «Άλλο ένα σημείο, όπου υστερώ». Έτσι, με αυτή τη σκέψη άρχισα να χάνω βάρος.
Έκοψα το έτοιμο φαγητό και τα γλυκά. Στη συνέχεια τις πατάτες, το ρύζι, τα ζυμαρικά και το ψωμί. Μέχρι το χορό, το φόρεμα έδειχνε πολύ μεγαλύτερό μου, αλλά δυστυχώς πλέον η απώλεια βάρους μού είχε γίνει εμμονή.
Κάθε πρωί έκανα μία ώρα διάδρομο και έτρωγα ένα μικρό μπολ δημητριακών. Για μεσημεριανό έτρωγα συνήθως μια σαλάτα και για βραδινό σχεδόν τίποτα. Πολύ λίγες φορές έτρωγα μικρή ποσότητα απ’ ό,τι σέρβιρε η μαμά μου στο τραπέζι. Ήθελα όμως, έστω και αυτό το μικρό κομμάτι να νιώθω πως το αξίζω, μετά από μια γερή γυμναστική.
Η μαμά μου άρχισε να ανησυχεί. Με διάφορα τεχνάσματα, όπως το να βάζει σ’ όλους τους υπόλοιπους πολύ περισσότερο φαγητό, για να φαίνεται η μερίδα μου μικρότερη, προσπαθούσε να με βοηθήσει. Όσο λιγότερο έτρωγα, τόσο λιγότερο ήμουν σε θέση να σκέφτομαι καθαρά. Ήξερα πως ήμουν λεπτή, όμως μια φωνή μέσα μου έλεγε: «Υπάρχει ακόμα λίγο λίπος εδώ, υπάρχουν λίγα ψωμάκια παρακάτω».’Έτσι συνέχισα να περιορίζω το φαγητό μου και να φορώ φαρδιά ρούχα, ώστε η οικογένειά μου να μην προσέξει τις αλλαγές στο σώμα μου.
Δεν μπορούσα όμως να ξεφύγω απ’ τη μητέρα μου. Ήμουν 1.68 και ζύγιζα 37 κιλά. Τρομοκρατήθηκε και επέμενε να πάμε γιατρό. Κατέληξα να παραπεμφθώ σε ειδικό. Ο γιατρό μού είπε πως είχα ανορεξία και έπρεπε να κρατηθώ μέσα. Κατ’ ακρίβεια πέρασα την παραμονή πρωτοχρονιάς σ’ ένα θάλαμο νοσοκομείου. Κάθε μέρα η οικογένειά μου με επισκεπτόταν και έμεναν μέχρι αργά το βράδυ μαζί μου. Στο διπλανό κρεβάτι βρισκόταν ένα 12χρονο κορίτσι με ανορεξία, στο σωλήνα σίτισης. Η μαμά μου την έδειχνε λέγοντας πως αν δεν αρχίσω να τρώω κανονικά, το ίδιο θα συνέβαινε και σε μένα. Εξακολουθούσα όμως να κλαίω μετά από κάθε γεύμα. Ούτε οι εκφοβισμοί, ούτε τα κλάματα της μητέρας μου με βοηθούσαν. Μονάχα μια φράση της, τελικά μού έδωσε την ώθηση να βοηθήσω τον εαυτό μου: «Αν τρως κανονικά, θα σταματήσεις να ακούς τις φωνές στο κεφάλι σου». Αυτό ήθελα να ακούσω.
Ήθελα πραγματικά να απαλλαγώ απ’ τις φωνές, γι’ αυτό πείσθηκα πως έπρεπε να αρχίσω να τρώω κανονικά. Σταδιακά άρχισα να βάζω βάρος και ευτυχώς για μένα ήμουν σε θέση να αποφοιτήσω απ’ το λύκειο και να ξεκινήσω τις σπουδές μου στο πανεπιστήμιο.
Ωστόσο, ακόμα δεν είχα καταφέρει να απαλλαγώ πλήρως από το πρόβλημα της ανορεξίας μου. Εξακολουθούσα να είμαι τελειομανής και όταν βρέθηκα αντιμέτωπη με τις σπουδές και τις ερωτικές απογοητεύσεις, τα συναισθήματα αποτυχίας επέστρεψαν. Παράτησα την προσπάθεια και η διατροφή μου μειωνόταν ανεξέλεγκτα. Κάθε πρωί σηκωνόμουν στις τρείς και έτρεχα για τέσσερις ώρες στο διάδρομο. Δεν έτρωγα τίποτα όλη τη μέρα, εκτός από μια μπάρα δημητριακών, και συνέχιζα να εξασκούμαι εξαντλητικά. Το βράδυ, όταν επέστρεφα σπίτι, έτρωγα το βραδινό μου, αλλά αμέσως μετά προκαλούσα μόνη μου εμετό. Ένιωθα απαίσια με τον εαυτό μου.
Οι περισσότεροι έλεγαν της μαμάς μου πως απλά ήθελα σημασία. Το χειρότερο για κάποιον ανορεξικό είναι να ακούει απ’ τους άλλους πόσο λεπτός και άρρωστος φαίνεται. Οι φωνές στο μυαλό μου, όχι μόνο επέστρεψαν, αλλά χειροτέρευαν: « Έκανες τόση προσπάθεια να λεπτύνεις, μην αρχίσεις και πάλι να τρως». Η μητέρα μου μού απαγόρευσε να εξασκούμαι στο διάδρομο. Και εγώ στη συνέχεια αρνιόμουν να φάω.
Μετά από μια λιποθυμία μου στο ντους , οδηγήθηκα με το ζόρι σε ένα κέντρο διατροφικής διαταραχής. Λόγω της σοβαρότητας της κατάστασής μου έγινα δεχτή, παρά την υπερπληρότητα από τους ασθενείς. Συνειδητοποίησα πως έφτασα σ’ ένα σημείο, όπου έπρεπε να αποφασίσω είτε να ζήσω, είτε να πεθάνω.
Με τη βοήθεια των ειδικών και ψυχιάτρων, κατάφερα να αντιμετωπίσω τα προβλήματά μου. Έμαθα πως δεν μπορείς να έχεις τον έλεγχο για τα πάντα και πως δεν τρως επειδή το αξίζεις, αλλά τρως επειδή πρέπει να ζήσεις. Έμαθα να μην είμαι τόσο αυστηρή με τον εαυτό μου και να επικεντρώνομαι στις δυνάμεις μου.
Εξακολουθώ να παρακολουθώ ψυχίατρο και διαιτολόγο, που με βοηθά κυρίως στο να ακολουθώ ένα πρόγραμμα διατροφής, με καθορισμένες ποσότητες μερίδων. Μετά απ’ όσα πέρασα, προσπαθώ να βοηθήσω και άλλα νεαρά κορίτσια να συνειδητοποιήσουν το πρόβλημά τους και όσο το δυνατό γρηγορότερα να το αντιμετωπίσουν, για να αποφευχθεί μια μόνιμη ψυχική και σωματική ζημιά».
«Στην τρίτη λυκείου, θα πήγαινα στο χορό των τελειοφοίτων και δανείστηκα το φόρεμα της ξαδέρφης μου. Είχαμε το ίδιο ύψος, αν και διαφορετικό σωματότυπο. Όταν δοκίμασα να το φορέσω, σε κάποια σημεία με στένευε. Η αντίδραση της κολλητής μου, που λογικά δε θα έπρεπε να με πειράξει αλλά τελικά με ενόχλησε, ήταν: «Ω, ίσως χρειαστεί να χάσεις λίγο βάρος». Ήμουν λεπτή, περισσότερο όμως ήμουν τελειομανής. Σκέφτηκα: «Άλλο ένα σημείο, όπου υστερώ». Έτσι, με αυτή τη σκέψη άρχισα να χάνω βάρος.
Έκοψα το έτοιμο φαγητό και τα γλυκά. Στη συνέχεια τις πατάτες, το ρύζι, τα ζυμαρικά και το ψωμί. Μέχρι το χορό, το φόρεμα έδειχνε πολύ μεγαλύτερό μου, αλλά δυστυχώς πλέον η απώλεια βάρους μού είχε γίνει εμμονή.
Κάθε πρωί έκανα μία ώρα διάδρομο και έτρωγα ένα μικρό μπολ δημητριακών. Για μεσημεριανό έτρωγα συνήθως μια σαλάτα και για βραδινό σχεδόν τίποτα. Πολύ λίγες φορές έτρωγα μικρή ποσότητα απ’ ό,τι σέρβιρε η μαμά μου στο τραπέζι. Ήθελα όμως, έστω και αυτό το μικρό κομμάτι να νιώθω πως το αξίζω, μετά από μια γερή γυμναστική.
Η μαμά μου άρχισε να ανησυχεί. Με διάφορα τεχνάσματα, όπως το να βάζει σ’ όλους τους υπόλοιπους πολύ περισσότερο φαγητό, για να φαίνεται η μερίδα μου μικρότερη, προσπαθούσε να με βοηθήσει. Όσο λιγότερο έτρωγα, τόσο λιγότερο ήμουν σε θέση να σκέφτομαι καθαρά. Ήξερα πως ήμουν λεπτή, όμως μια φωνή μέσα μου έλεγε: «Υπάρχει ακόμα λίγο λίπος εδώ, υπάρχουν λίγα ψωμάκια παρακάτω».’Έτσι συνέχισα να περιορίζω το φαγητό μου και να φορώ φαρδιά ρούχα, ώστε η οικογένειά μου να μην προσέξει τις αλλαγές στο σώμα μου.
Δεν μπορούσα όμως να ξεφύγω απ’ τη μητέρα μου. Ήμουν 1.68 και ζύγιζα 37 κιλά. Τρομοκρατήθηκε και επέμενε να πάμε γιατρό. Κατέληξα να παραπεμφθώ σε ειδικό. Ο γιατρό μού είπε πως είχα ανορεξία και έπρεπε να κρατηθώ μέσα. Κατ’ ακρίβεια πέρασα την παραμονή πρωτοχρονιάς σ’ ένα θάλαμο νοσοκομείου. Κάθε μέρα η οικογένειά μου με επισκεπτόταν και έμεναν μέχρι αργά το βράδυ μαζί μου. Στο διπλανό κρεβάτι βρισκόταν ένα 12χρονο κορίτσι με ανορεξία, στο σωλήνα σίτισης. Η μαμά μου την έδειχνε λέγοντας πως αν δεν αρχίσω να τρώω κανονικά, το ίδιο θα συνέβαινε και σε μένα. Εξακολουθούσα όμως να κλαίω μετά από κάθε γεύμα. Ούτε οι εκφοβισμοί, ούτε τα κλάματα της μητέρας μου με βοηθούσαν. Μονάχα μια φράση της, τελικά μού έδωσε την ώθηση να βοηθήσω τον εαυτό μου: «Αν τρως κανονικά, θα σταματήσεις να ακούς τις φωνές στο κεφάλι σου». Αυτό ήθελα να ακούσω.
Ήθελα πραγματικά να απαλλαγώ απ’ τις φωνές, γι’ αυτό πείσθηκα πως έπρεπε να αρχίσω να τρώω κανονικά. Σταδιακά άρχισα να βάζω βάρος και ευτυχώς για μένα ήμουν σε θέση να αποφοιτήσω απ’ το λύκειο και να ξεκινήσω τις σπουδές μου στο πανεπιστήμιο.
Ωστόσο, ακόμα δεν είχα καταφέρει να απαλλαγώ πλήρως από το πρόβλημα της ανορεξίας μου. Εξακολουθούσα να είμαι τελειομανής και όταν βρέθηκα αντιμέτωπη με τις σπουδές και τις ερωτικές απογοητεύσεις, τα συναισθήματα αποτυχίας επέστρεψαν. Παράτησα την προσπάθεια και η διατροφή μου μειωνόταν ανεξέλεγκτα. Κάθε πρωί σηκωνόμουν στις τρείς και έτρεχα για τέσσερις ώρες στο διάδρομο. Δεν έτρωγα τίποτα όλη τη μέρα, εκτός από μια μπάρα δημητριακών, και συνέχιζα να εξασκούμαι εξαντλητικά. Το βράδυ, όταν επέστρεφα σπίτι, έτρωγα το βραδινό μου, αλλά αμέσως μετά προκαλούσα μόνη μου εμετό. Ένιωθα απαίσια με τον εαυτό μου.
Οι περισσότεροι έλεγαν της μαμάς μου πως απλά ήθελα σημασία. Το χειρότερο για κάποιον ανορεξικό είναι να ακούει απ’ τους άλλους πόσο λεπτός και άρρωστος φαίνεται. Οι φωνές στο μυαλό μου, όχι μόνο επέστρεψαν, αλλά χειροτέρευαν: « Έκανες τόση προσπάθεια να λεπτύνεις, μην αρχίσεις και πάλι να τρως». Η μητέρα μου μού απαγόρευσε να εξασκούμαι στο διάδρομο. Και εγώ στη συνέχεια αρνιόμουν να φάω.
Μετά από μια λιποθυμία μου στο ντους , οδηγήθηκα με το ζόρι σε ένα κέντρο διατροφικής διαταραχής. Λόγω της σοβαρότητας της κατάστασής μου έγινα δεχτή, παρά την υπερπληρότητα από τους ασθενείς. Συνειδητοποίησα πως έφτασα σ’ ένα σημείο, όπου έπρεπε να αποφασίσω είτε να ζήσω, είτε να πεθάνω.
Με τη βοήθεια των ειδικών και ψυχιάτρων, κατάφερα να αντιμετωπίσω τα προβλήματά μου. Έμαθα πως δεν μπορείς να έχεις τον έλεγχο για τα πάντα και πως δεν τρως επειδή το αξίζεις, αλλά τρως επειδή πρέπει να ζήσεις. Έμαθα να μην είμαι τόσο αυστηρή με τον εαυτό μου και να επικεντρώνομαι στις δυνάμεις μου.
Εξακολουθώ να παρακολουθώ ψυχίατρο και διαιτολόγο, που με βοηθά κυρίως στο να ακολουθώ ένα πρόγραμμα διατροφής, με καθορισμένες ποσότητες μερίδων. Μετά απ’ όσα πέρασα, προσπαθώ να βοηθήσω και άλλα νεαρά κορίτσια να συνειδητοποιήσουν το πρόβλημά τους και όσο το δυνατό γρηγορότερα να το αντιμετωπίσουν, για να αποφευχθεί μια μόνιμη ψυχική και σωματική ζημιά».
0 comments