Πούλησε τη ψυχή της για να αγοράσει γάλα του μωρού της
Υπάρχουν μερικές ιστορίες απ’ αυτές που σε κάνουν να δακρύζεις και να αναρωτιέσαι. Ήτανε Δευτέρα βράδυ, όταν μαζέψανε στο αστυνομικό τμήμα της Ομόνοιας δέκα πόρνες από την οδό Μενάνδρου. Όλες τους αλλοδαπές, εκτός από μία, την Άννα. Τις πετάξανε όλες μαζί σ’ ένα κελί. Σε λιγότερο από μία ώρα, όλες οι αλλοδαπές ήταν ελεύθερες. Βλέπετε είχαν το νταβατζή τους να «καθαρίζει». Συνηθισμένη κατάσταση, είχε γίνει πια ρουτίνα γι’ αυτές.
Στο αστυνομικό τμήμα είχε μείνει μία μόνο, η Ελληνίδα. Δεν την είχαν ξαναδεί, δεν ήταν από τις σεσημασμένες. Και όπως και να το κάνουμε δεν είναι το πιο συνηθισμένο να βλέπεις Ελληνίδες πόρνες. Στο τσαντάκι της, εκτός από την ταυτότητά της, βρήκαν και μία φωτογραφία ενός βρέφους λίγων μηνών. Η Άννα τούς κίνησε την περιέργεια. Ήθελαν να μάθουν περισσότερα για την Ελληνίδα πόρνη. Από μια σειρά ερωτήσεων έμαθαν τα πάντα. Το μωρό ήταν δικό της, έξι μηνών, το φύλαγε ο άντρας της, χωρίς ο ίδιος να ξέρει πού βρισκόταν και τι έκανε η γυναίκα του τα βράδια. Στο τμήμα είχαν όλοι σοκαριστεί. Ένα μεγάλο «γιατί» ήταν το πρώτο που τους ήρθε στο μυαλό. Αυτό το «γιατί» ήταν που βασάνιζε και την Άννα. Γιατί να φτάσει μέχρι εδώ; Πώς από ένα πτυχίο της Φιλοσοφικής Αθηνών και ένα μεταπτυχιακό στην ιστορία της Τέχνης, που κατάφερε να αποκτήσει με τεράστιο κόπο, βρέθηκε να δουλεύει σε ένα σούπερ μάρκετ για 480 ευρώ το μήνα; Πώς να μεγαλώσει το παιδί της, όταν αυτά τα 480 ευρώ, που είναι το μοναδικό εισόδημα στο σπίτι αφού ο άντρας της αναγκάστηκε να κλείσει το μαγαζί του και δε λογίζεται ούτε άνεργος, για να δικαιούται έστω και ένα πενιχρό επίδομα, δεν αρκούν ούτε για το νοίκι και τα κοινόχρηστα. Πώς να πληρώσει το ρεύμα και πώς μετά από όλα αυτά να αγοράσει το γάλα του παιδιού της. Και τι γάλα; Όχι το συνηθισμένο, που αγοράζεις απ’ το περίπτερο. Το άλλο, που στοιχίζει 20 ευρώ και είναι για τα μωρά. Γιατί τα βρέφη δεν μπορούν να φάνε τις φακές που φέρνει κάθε μέρα ο άντρα της απ’ τα συσσίτια, ούτε να καταλάβουν πως τη στιγμή που αυτά στερούνται το γάλα τους, υπάρχουν άνθρωποι που πλουτίζουν ακόμα περισσότερο, στην πλάτη τους. Με μισό σεντ στο πορτοφόλι και τη φωτογραφία του παιδιού της, η Άννα οδηγήθηκε στην οδό Μενάνδρου. Τριάντα ευρώ ο πελάτης. Δυο- τρεις πελάτες και να σου το γάλα του μωρού και να σου τα κοινόχρηστα. Τριάντα ευρώ, τόσα ήταν η τιμή της. Η αλήθεια είναι πως δεν ήταν η πρώτη φορά που το έκανε. Τη μια για τα κοινόχρηστα και την άλλη για το λογαριασμό του ρεύματος.
Τις προηγούμενες φορές την είχε γλιτώσει από τους μπάτσους. Αυτή τη φορά όμως όχι. Ο αξιωματικός υπηρεσίας έβριζε και ξανάβριζε. Για την άτιμη και απάνθρωπη κοινωνία. Κοίταξε τους συνάδελφούς του και ζήτησε να μη γράψουν τίποτα στο βιβλίο συμβάντων. Λες και δε συνέβη αυτή η σύλληψη. Την παρότρυναν να φύγει, όμως η Άννα δεν κουνήθηκε. Τα χάσανε οι μπάτσοι. Αφού ήταν ελεύθερη να φύγει, γιατί έμενε ακούνητη; Δεν ήθελε να πάει πίσω στο σπίτι, χωρίς το γάλα του μωρού. Δεν άντεχε να το ακούει άλλο να σπαράζει από το κλάμα. Δεν πρόλαβε να πάρει κανένα πελάτη και το πορτοφόλι παρέμενε με μισό σεντ και τη φωτογραφία του μωρού.
Ο αξιωματικός βάρεσε μια γροθιά στον αέρα. Στην πραγματικότητα ήθελε να βαρέσει τα λαμόγια, τους τραπεζίτες, τις πολυεθνικές, τα αφεντικά… όλους όσοι ήταν υπεύθυνοι για την κατάσταση της χώρας του. Έβγαλε ένα τάλιρο και το ακούμπησε στο τραπέζι και έπειτα τον ακολούθησαν και άλλοι. Μαζεύτηκαν αρκετά για το γάλα του μωρού. Η Άννα τα πήρε και έφυγε… Εκείνο το βράδυ μίλησε η Ανθ
Στο αστυνομικό τμήμα είχε μείνει μία μόνο, η Ελληνίδα. Δεν την είχαν ξαναδεί, δεν ήταν από τις σεσημασμένες. Και όπως και να το κάνουμε δεν είναι το πιο συνηθισμένο να βλέπεις Ελληνίδες πόρνες. Στο τσαντάκι της, εκτός από την ταυτότητά της, βρήκαν και μία φωτογραφία ενός βρέφους λίγων μηνών. Η Άννα τούς κίνησε την περιέργεια. Ήθελαν να μάθουν περισσότερα για την Ελληνίδα πόρνη. Από μια σειρά ερωτήσεων έμαθαν τα πάντα. Το μωρό ήταν δικό της, έξι μηνών, το φύλαγε ο άντρας της, χωρίς ο ίδιος να ξέρει πού βρισκόταν και τι έκανε η γυναίκα του τα βράδια. Στο τμήμα είχαν όλοι σοκαριστεί. Ένα μεγάλο «γιατί» ήταν το πρώτο που τους ήρθε στο μυαλό. Αυτό το «γιατί» ήταν που βασάνιζε και την Άννα. Γιατί να φτάσει μέχρι εδώ; Πώς από ένα πτυχίο της Φιλοσοφικής Αθηνών και ένα μεταπτυχιακό στην ιστορία της Τέχνης, που κατάφερε να αποκτήσει με τεράστιο κόπο, βρέθηκε να δουλεύει σε ένα σούπερ μάρκετ για 480 ευρώ το μήνα; Πώς να μεγαλώσει το παιδί της, όταν αυτά τα 480 ευρώ, που είναι το μοναδικό εισόδημα στο σπίτι αφού ο άντρας της αναγκάστηκε να κλείσει το μαγαζί του και δε λογίζεται ούτε άνεργος, για να δικαιούται έστω και ένα πενιχρό επίδομα, δεν αρκούν ούτε για το νοίκι και τα κοινόχρηστα. Πώς να πληρώσει το ρεύμα και πώς μετά από όλα αυτά να αγοράσει το γάλα του παιδιού της. Και τι γάλα; Όχι το συνηθισμένο, που αγοράζεις απ’ το περίπτερο. Το άλλο, που στοιχίζει 20 ευρώ και είναι για τα μωρά. Γιατί τα βρέφη δεν μπορούν να φάνε τις φακές που φέρνει κάθε μέρα ο άντρα της απ’ τα συσσίτια, ούτε να καταλάβουν πως τη στιγμή που αυτά στερούνται το γάλα τους, υπάρχουν άνθρωποι που πλουτίζουν ακόμα περισσότερο, στην πλάτη τους. Με μισό σεντ στο πορτοφόλι και τη φωτογραφία του παιδιού της, η Άννα οδηγήθηκε στην οδό Μενάνδρου. Τριάντα ευρώ ο πελάτης. Δυο- τρεις πελάτες και να σου το γάλα του μωρού και να σου τα κοινόχρηστα. Τριάντα ευρώ, τόσα ήταν η τιμή της. Η αλήθεια είναι πως δεν ήταν η πρώτη φορά που το έκανε. Τη μια για τα κοινόχρηστα και την άλλη για το λογαριασμό του ρεύματος.
Τις προηγούμενες φορές την είχε γλιτώσει από τους μπάτσους. Αυτή τη φορά όμως όχι. Ο αξιωματικός υπηρεσίας έβριζε και ξανάβριζε. Για την άτιμη και απάνθρωπη κοινωνία. Κοίταξε τους συνάδελφούς του και ζήτησε να μη γράψουν τίποτα στο βιβλίο συμβάντων. Λες και δε συνέβη αυτή η σύλληψη. Την παρότρυναν να φύγει, όμως η Άννα δεν κουνήθηκε. Τα χάσανε οι μπάτσοι. Αφού ήταν ελεύθερη να φύγει, γιατί έμενε ακούνητη; Δεν ήθελε να πάει πίσω στο σπίτι, χωρίς το γάλα του μωρού. Δεν άντεχε να το ακούει άλλο να σπαράζει από το κλάμα. Δεν πρόλαβε να πάρει κανένα πελάτη και το πορτοφόλι παρέμενε με μισό σεντ και τη φωτογραφία του μωρού.
Ο αξιωματικός βάρεσε μια γροθιά στον αέρα. Στην πραγματικότητα ήθελε να βαρέσει τα λαμόγια, τους τραπεζίτες, τις πολυεθνικές, τα αφεντικά… όλους όσοι ήταν υπεύθυνοι για την κατάσταση της χώρας του. Έβγαλε ένα τάλιρο και το ακούμπησε στο τραπέζι και έπειτα τον ακολούθησαν και άλλοι. Μαζεύτηκαν αρκετά για το γάλα του μωρού. Η Άννα τα πήρε και έφυγε… Εκείνο το βράδυ μίλησε η Ανθ
0 comments