Η γιαγιά...
Η καλή, η γλυκομίλητη γιαγιά πόσο όμορφα ήξερε να λέει τα παραμύθια της που έβγαιναν από τον κόσμο της φαντασίας, για να υλοποιηθούν μπροστά στα δικά μου παιδικά μάτια. Πόσοι κάμποι και πόσα δάση. Πόσα χρώματα και πόσα πουλιά. Πόσες πεντάμορφες νεράιδες και βασιλοπούλες. Αλλά και πόσες κακές μάγισσες και δράκοντες. Πόση αγωνία και πόσες ελπίδες. Το κακό και το όμορφο. Μα δεν αργούσε να φανεί η δύναμη του καλού, για να σώσει ύστερα από πολλές περιπέτειες την ομορφιά και την καλοσύνη και να συντρίψει κάθε κακό.
Καμιά φορά εκεί που έλεγε τα παραμύθια της με την ήσυχη, απαλή φωνή της, η γιαγιά βυθιζόταν στον ύπνο. Δεν την ξυπνούσα. Απόμενα, περιμένοντας να ανοίξει ξανά τα μάτια. Ίσως γιατί πίστευα πως η γιαγιά κοιμόταν, για να πάει στη χώρα των παραμυθιών να μάθει τι έγινε πιο κάτω. Και όταν ξυπνούσε, τη ρωτούσα με λαχτάρα: «Και έπειτα γιαγιά;» Εκείνη χαμογελούσε και σαν να μην είχε διακόψει καθόλου την αφήγησή της συνέχιζε…
Και μετά η καλή γιαγιά κοιμήθηκε για πάντα πριν από πολλά χρόνια. Μα η θύμησή της μένει πάντα ζωντανή, πλαισιωμένη από την ομορφιά του παραμυθένιου κόσμου που άνοιξε τότε μπροστά στα παιδικά μάτια. Και είναι νομίζω, από όσες έχω, η πιο γλυκιά.
Ειδικά τις κρύες νύχτες του Χειμώνα.. Κουλουριαζόμουνα μπροστά στα πόδια της και περίμενα με αγωνία να αρχίσει το παραμύθι. Ζωντάνευε με τα λόγια της κάθε φορά και ένα καινούργιο παραμύθι, εκτός και αν της ζητούσα να μου ξαναπεί κάποιο από τα παλιά, τα αγαπημένα μου. Και τι όμορφα που ήξερε να τα λέει. Έκανε πιο χοντρή ή πιο ψιλή τη φωνή της, όταν ήθελε να «παίξει το ρόλο» του κακού λύκου ή της παμπόνηρης αλεπούς.
Γράμματα πολλά δεν ήξερε η γιαγιά μου. Στα παραμύθια, όμως, δεν την έφτανε κανένας. Με έπαιρνε από το χέρι και με πήγαινε σε γυάλινα παλάτια, σε εξωτικές πολιτείες, χτισμένες στο βυθό της θάλασσας, σε παράξενες χώρες. Ο Κοντορεβιθούλης, η Σταχτοπούτα, η Χιονάτη με τους νάνους της, η Νεράιδα του δάσους, η Γοργόνα της θάλασσας, είχαν γίνει «φίλοι μας στενοί», πρόσωπα «υπαρκτά», που είχα την εντύπωση πως τα γνώριζα πολύ καλά.
Συνέχιζε η γιαγιά για ώρα πολλή. Και εγώ στο τέλος αποκοιμιόμουνα στην ποδιά της και ήταν ο ύπνος μου γεμάτος όνειρα, πλασμένα από παραμύθια.
Πόσο πολύ μου λείπει η γιαγιά. Έρχεται όμως τόσο συχνά στα όνειρά μου και με συντροφεύει. Το νιώθω ότι είναι κοντά μου.
Της Στέλλας Σουρμελή
0 comments