Powered by Blogger.

Βία, ναρκωτικά και «μακιλαδόρας»: Καλωσήρθατε στο Μεξικό

Παρ’ όλο που πολύ λίγο απέχει γεωγραφικά από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το αμερικάνικο όνειρο, η ζωή στα σύνορα του Μεξικού για τις γυναίκες είναι εφιάλτης

Χιλιάδες μετανάστες από ολόκληρο το Μεξικό, αλλά και τη νοτιοαμερικανική ήπειρο, ταξιδεύουν μέχρι το βορρά του Μεξικού κάθε μήνα, αναζητώντας είτε δουλειά στις «μακιλαδόρας», είτε το πέρασμα στο όνειρο. Η περιοχή χαρακτηρίζεται από τις βιομηχανικές ζώνες, το σιδερένιο τείχος που προειδοποιεί ακόμα και μέσα στον Ειρηνικό την απαγόρευση του περάσματος, τους σταυρούς που αναγράφουν τα ονόματα και τις ηλικίες όσων χάθηκαν στην προσπάθειά τους να περάσουν τα σύνορα στην έρημο, τις εργατικές φτωχογειτονιές με τις αρρωστημένες μυρωδιές των απόβλητων των εργοστασίων και τη συνοικία με τα κόκκινα φωτάκια, ‘la zona morte’ ή αλλιώς νεκρή ζώνη. Και στο πίσω μέρος του μυαλού η πόλη Χουάρες, η πόλη των νεκρών γυναικών, που στοιχειώνει τις ζωές στο Μεξικού.

Όλα αυτά ακούγονται μπερδεμένα… Τόσο, όσο μπερδεύεται ο ανθρώπινος νους, μαθαίνοντας για τα φρικτά εγκλήματα εναντίον γυναικών, που παραμένουν ακόμα ανεξιχνίαστα. Η πόλη Χουάρες έχει στιγματιστεί από τις άγριες δολοφονίες γυναικών, που από το 1993, χρονιά κατά την οποία υπογράφηκε η Βορειοαμερικανική Συμφωνία Ελεύθερων Συναλλαγών (NAFTA) και παρατηρήθηκε άνοδος στην ισχύ των καρτέλ ναρκωτικών της πόλης, σαρώνουν την πόλη. Μέχρι σήμερα καταγράφονται περισσότεροι από 400 βίαιοι θάνατοι γυναικών και γύρω στις 3000 αγνοούμενες. Η πλειοψηφία των θυμάτων είναι νεαρές, φτωχές γυναίκες που πρώτα έπεσαν θύματα απαγωγής, καθώς επέστρεφαν από τη δουλειά τους και στη συνέχεια βρέθηκαν άγρια δολοφονημένες μέσα στην πόλη και στην έρημο, λίγο έξω απ’ αυτήν. Πολλές κρατήθηκαν αρκετές μέρες αιχμάλωτες πριν δολοφονηθούν. Τα περισσότερα εγκλήματα περιελάμβαναν σεξουαλική κακοποίηση, ακρωτηριασμό με συγκεκριμένο μάλιστα μοτίβο και στραγγαλισμό ή ξυλοδαρμό μέχρι θανάτου. Πολλά από τα θύματα είναι πολύ δύσκολο να αναγνωριστούν, αφού στη συνέχεια κάηκαν. 50% των θυμάτων είναι κάτω των 19 χρόνων, ενώ σχεδόν όλα τα υπόλοιπα κάτω των 30 ετών. Στοιχεία μαρτυρούν πως πολλές από τις δολοφονίες αφορούν περιπτώσεις οικιακής βίας, αφού δράστες ήταν οι ίδιοι οι σύζυγοι ή εραστές τους και οι φόνοι έγιναν στο ίδιο τους το σπίτι.

Τα αίτια πρέπει να αναζητηθούν στην οικονομική εξαθλίωση και στις τραγικές συνθήκες διαβίωσης που αντιμετωπίζει ο εργατικός πληθυσμός της πόλης, όπως επίσης και στη διάδοση των ναρκωτικών. Ίσως ακόμα και στην παραδοσιακή πατριαρχική αντίληψη της μεξικανικής κοινωνίας. Η ανατροπή των ρόλων, η μερική χειραφέτηση των εργαζόμενων γυναικών, η εξάρτηση του άνεργου άντρα από την εργαζόμενη γυναίκα που πλέον αποτελεί την κύρια πηγή εισοδήματος του σπιτιού, είναι δεδομένα που δύσκολα μπορεί να δεχτεί ο άντρας του Μεξικού. Νιώθοντας να θίγεται ο ανδρισμός του καταφεύγει στη βία, ως τη μόνη ένδειξη της ισχύς του. Οι δολοφονίες γυναικών στην πόλη Χουάρες μπορούν να ενταχθούν στη γενικευμένη βία κατά των γυναικών που χαρακτηρίζει το Μεξικό.

Όταν έγινε φανερό πως η κυβέρνηση δεν ήταν σε θέση να εξιχνιάσει τα εγκλήματα και να τιμωρήσει τους ενόχους, οι συγγενείς των θυμάτων οργανώθηκαν σε ομάδες που συγκεντρώνουν οι ίδιες στοιχεία γύρω από τα εγκλήματα, για να ασκήσουν πίεση στην κυβέρνηση. Ή ατιμωρησία ενισχύει ακόμα περισσότερο τις υποψίες για διαπλοκή των αστυνομικών αρχών του Μεξικού με τη μαφία και τους εμπόρους ναρκωτικών και αυτό ωθεί τους συγγενείς να αναζητήσουν μόνοι τους τον ένοχο.
Συχνά γίνονται διαδηλώσεις και πορείες με αιτήματα, όπως «Οι Κόρες μας να Γυρίσουν Σπίτι» και «Δικαιοσύνη για τις Κόρες μας». Οργανώσεις για στήριξη και αλληλεγγύη δημιουργήθηκαν και στο εξωτερικό, όπως στις ΗΠΑ (Φίλοι των γυναικών της Χουάρες), Ισπανία και Αυστραλία. Στην πόλη, επίσης, λειτουργεί η Casa Amiga, στέγη για κακοποιημένες γυναίκες. Ανησυχητικό είναι το γεγονός πως τα τελευταία χρόνια τα εγκλήματα άρχισαν να επεκτείνονται και στην πρωτεύουσα της πολιτείας, Τσιουάουα, που γειτνιάζει με τη Χουάρες. 

Η έρευνα, όμως, γύρω από τις δολοφονίες των γυναικών είναι δύσκολη και πολύ επικίνδυνη. Περίπου 30 δημοσιογράφοι έχουν δολοφονηθεί στη Χουάρες, επειδή τόλμησαν να ερευνήσουν και να καταγγείλουν τις δολοφονίες, ενώ πολλά από τα θύματα ήταν μέλη οργανώσεων για την προάσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων ή φεμινιστικών ομάδων. Τα δεδομένα αυτά ενισχύουν ακόμα περισσότερο την άποψη ότι πίσω από τα στυγερά εγκλήματα βρίσκεται ο ατιμώρητος θεσμικός και κοινωνικός σεξισμός.

Δολοφονίες όπως της Maria Elizabeth Macias Castro, Μεξικανής δημοσιογράφου, η οποία δε σταματούσε να καταγγέλλει μέσω της εφημερίδας της τους βαρόνους των ναρκωτικών, γίνονται συχνά στο Μεξικό για παραδειγματισμό και εκφοβισμό. Το κεφάλι της άτυχης δημοσιογράφου βρέθηκε τυλιγμένο με καλώδια υπολογιστή και πληκτρολόγιο και δίπλα ένα σημείωμα που έλεγε πως βρέθηκε δολοφονημένη εξαιτίας των άρθρων και των πράξεών της. Το σημείωμα ήταν υπογεγραμμένο από την ομάδα Ζήτα που διακινεί ναρκωτικά στο Τέξας.
«Τα κορίτσια του Μεξικού εξαφανίζονται και τα σώματά τους ποτέ δε φανερώνονται. Δεν υπάρχει κανένα ίχνος απ’ αυτές και οι μητέρες και οικογένειές τους δεν έχουν την παραμικρή ιδέα τι απέγιναν οι κόρες τους», γράφει ο δημοσιογράφος Miguel Perea. 

Μαρτυρίες γυναικών που κατάφεραν να διασωθούν από τη μανία των εμπόρων ανθρώπων είναι φρικιαστικές. Η Maria πριν ακόμα κλείσει τα 18, είχε πέσει θύμα απαγωγής από εμπόρους ανθρώπινου σώματος και κρατήθηκε αιχμάλωτη για τέσσερις μήνες στο Μεξικό. Ως αιχμάλωτη έγινε μάρτυρας της εμπορίας της ανθρώπινης ζωής στη χειρότερή της μορφή και θυμάται τα νεαρά κορίτσια που ναρκώνονταν, αναγκάζονταν να εκπορνευτούν κ μετά δολοφονούνταν. Η Maria ήταν από τις τυχερές που κατάφεραν να δραπετεύσουν. Το Μεξικό είναι ο ιδανικός τόπος των καρτέλ που αντιμάχονται για το επικερδές λαθρεμπόριο στην Αμερική. Η Maria αφηγείται πώς στην ηλικία των 16 δελεάστηκε από ένα νεαρό άντρα που της υποσχέθηκε τον κόσμο, αλλά τελικά της προσέφερε μόνο πόνο. Έπεσε θύμα βιασμού και την ανάγκασαν να προσφέρει τον εαυτό της,  με αντάλλαγμα χρήματα, που ποτέ δεν είδε, φυσικά. Θυμάται όταν οι έμποροι περιέλουσαν με βενζίνη ένα νεαρό κορίτσι και την απείλησαν πως αν δεν έκανε ό,τι της υπαγόρευαν, θα πάθαινε  και αυτή το ίδιο. Ήθελε να απομακρύνει το βλέμμα της από το φρικιαστικό θέαμα, αλλά την ανάγκασαν να βλέπει. Ακόμα και όταν το νεαρό κορίτσι καιγόταν, συνέχιζαν να το χτυπούν και να γελούν. Περιγράφει, επίσης, την εμπορία παιδιών και βρεφών, με τις παραγγελίες να έρχονται από τις ΗΠΑ. «Έκλεβαν τα παιδιά από τις μανάδες τους», μαρτυρεί. Θυμάται το εξάχρονο αγοράκι που την ανάγκασαν να προσέχει για τρεις ώρες. Τη ρωτούσε συνέχεια πότε θα έβλεπε τη μαμά του. Του απάντησε «δε νομίζω να ξαναδείς ποτέ τη μαμά σου».

Οι καταγγελίες της Maria ήταν τόσο σοβαρές που οδηγήθηκε στις αρχές των ΗΠΑ για περαιτέρω έρευνα. Υπολογίζεται πως 20.000 άτομα πέφτουν θύματα εμπορίου κάθε χρόνο, προοριζόμενα για εκπόρνευση στις ΗΠΑ. Η Maria τόλμησε να πει την ιστορία της για να αποτρέψει τέτοιου είδους εγκλήματα εις βάρος των γυναικών. «Οι άντρες αυτοί πουλούν, απαγάγουν, αγοράζουν, ακόμα και σκοτώνουν τις γυναίκες. Αν αυτοί οι άντρες συλληφθούν κάποια μέρα, η φυλακή δε θα ήταν αρκετή, για να πληρώσουν για τον τρόπο που μας έκαναν να νιώσουμε», λέει χαρακτηριστικά.
Οι γυναίκες του Μεξικού, αναμφισβήτητα, αντιμετωπίζουν πολλούς κινδύνους, ακόμα και για τη ζωή τους, ιδιαίτερα στα βόρεια, κατά μήκος της συνοριακής γραμμής με τις ΗΠΑ. Συνεχίζουν, όμως, να καταφθάνουν κατά χιλιάδες κάθε μήνα στις περιοχές αυτές, αναζητώντας κυρίως δουλειά, μιας και εκεί βρίσκονται οι «μακιλαδόρας», δηλαδή, τα εργοστάσια συναρμολόγησης, επεξεργασίας και παραγωγής που ανήκουν σε μεγάλες πολυεθνικές και λειτουργούν με ιδιαίτερα ευνοϊκό καθεστώς.
«Μακιλαδόρας»

Οι «μακιλαδόρας» εγκαταστάθηκαν στο Μεξικό από τη δεκαετία του 60’, αφού οι ιδιοκτήτες τους προσελκύστηκαν από το ιδιαίτερα φτηνό εργατικό δυναμικό, τους ανύπαρκτους φόρους και την ανοχή των αρχών του Μεξικού στις αυθαιρεσίες των εργοστασίων. Η πλειοψηφία των εργαζομένων είναι γυναίκες από 16 μέχρι 35 χρόνων.  Οι γυναίκες προτιμούνται απ’ τους άντρες, επειδή θεωρούνται πιο επιδέξια εργατικά χέρια, δείχνουν περισσότερη υπακοή, μπορούν να τις ελέγξουν καλύτερα, αλλά το σημαντικότερο έχουν πολύ πιο χαμηλές απολαβές απ’ τους άντρες. Γενικότερα οι απολαβές στις «μακιλαδόρας» είναι πενιχρές, σε σημείο που δεν μπορεί να ζήσει ένα άτομο, πόσο μάλλον ολόκληρη οικογένεια.

Η «θηλυκοποίηση» της εργασίας είχε πολλές συνέπειες στην κοινωνία. Οι περισσότεροι άντρες έμειναν άνεργοι και ανέλαβαν χρέη «μάνας», όταν η γυναίκα αναγκάστηκε να βγει στο μεροκάματο. Οι άντρες χωρίς οικογένεια, από την άλλη,  έμειναν στην αδράνεια, με μόνη επιλογή το έγκλημα.
Είναι αποδεδειγμένο πως όσο αυξάνεται η ανεργία στους άντρες, τόσο αυξάνεται και η εγκληματικότητα. Επιπλέον, με την είσοδο των γυναικών στη δουλειά αυξήθηκε η σεξουαλική παρενόχληση στο χώρο εργασίας από τους προϊστάμενούς τους. Πολλοί εκμεταλλευόμενοι τη θέση τους, αποσπούν εκβιαστικά «σεξουαλικές χάρες» από τις εργαζόμενες, που μη έχοντας άλλη επιλογή, μπροστά στον κίνδυνο να χάσουν τη δουλειά τους, υποκύπτουν.  Για τον ίδιο λόγο οι περισσότερες σεξουαλικές παρενοχλήσεις δεν καταγγέλλονται ποτέ, με αποτέλεσμα το πρόβλημα να διογκώνεται και οι συνθήκες εργασίας στις «μακιλαδόρας» να καθίστανται ανυπόφορες για τις γυναίκες.

Πέραν της ανοχής που αναγκάζονται να δείχνουν στις ορέξεις των ανωτέρων τους, οι γυναίκες δουλεύουν κάτω από τραγικές συνθήκες εργασίας. Τα ωράρια είναι εξαντλητικά και το περιβάλλον εργασίας εξαιρετικά ανθυγιεινό, αφού εκθέτουν τον εαυτό τους καθημερινά σε τοξικά και καρκινογόνα υλικά, όπως μόλυβδο, χωρίς ιδιαίτερη προστασία. Όλα αυτά υπό την ανοχή των αρχών του Μεξικού που κάνουν τα στραβά μάτια. Μια εργάτρια καταθέτει: «Μας υποβάλλουν σε εξετάσεις αίματος κάθε μήνα. Δε μας δίνουν τα αποτελέσματα, αλλά αν η συγκέντρωση μολύβδου στο αίμα είναι πολύ ψηλή, μας αλλάζουν πόστο». Μόνο έτσι καταλαβαίνουν αν αρρώστησαν. Η Κάρμεν προσθέτει: «Ένιωθα να εισπνέω σκόνη από υπολείμματα μολύβδου». Ο γιατρός του εργοστασίου τη διαβεβαίωσε πως δεν είχε τίποτα. Εξωτερικός παθολόγος, όμως, που την εξέτασε της τόνισε πως ή σταματά ή θα πάθει λευχαιμία.

Εργάζονται σαν μηχανές. Έχουν είκοσι λεπτά να συναρμολογήσουν ένα μηχάνημα και αν δεν προλάβουν, συνεχίζουν το βράδυ, χωρίς υπερωρίες. Οι γυναίκες μαθαίνουν να ζουν με το φόβο και τον εκφοβισμό. Οι ιδιοκτήτες των εργοστασίων εφευρίσκουν διάφορους τρόπους για να μειώνουν ακόμα περισσότερο τους εξευτελιστικούς μισθούς. Με «τεχνικές άδειες» διώχνουν τις εργαζόμενες για δύο – τρεις μέρες, επειδή «ζημίωσαν σκόπιμα την επιχείρηση». Διώχνονται δύο μέρες απ’ τη δουλειά για ένα ελαττωματικό κομμάτι, ανάμεσα στα επτακόσια που συναρμολογούν σε δέκα ώρες καθημερινής δουλειάς. Αν αργήσουν έστω και ένα λεπτό να χτυπήσουν κάρτα, χάνουν τη δουλειά τους για λίγες μέρες. Οι ανώτεροι τις επιβλέπουν συνεχώς. Τις βάζουν να δουλεύουν όρθιες, γιατί καθιστές αποδίδουν λιγότερο. Δεν επιτρέπεται να μιλούν, να μασάνε τσίχλα και για να πάνε τουαλέτα ζητούν άδεια, που πολλές φορές απορρίπτεται. Οι περιοδικές εξετάσεις για εγκυμοσύνη είναι υποχρεωτικές και τις περισσότερες φορές, όταν αποδειχθεί εγκυμοσύνη, απολύονται με μηδαμινή αποζημίωση. Υπάρχουν μαρτυρίες μάλιστα από γυναίκες που επειδή δε δέχτηκαν την αποζημίωση και ζήτησαν μεγαλύτερο ποσό, κλείστηκαν σ’ ένα γραφείο με φρουρό για όλο το βράδυ, χωρίς να έχουν δικαίωμα να ειδοποιήσουν τους δικούς τους, που τις περιμένουν. Αν αυτό δεν ονομάζεται απαγωγή, τότε τι;

Οι γυναίκες που δουλεύουν στις «μακιλαδόρας», παρ’ όλο που εργάζονται δεκαπέντε ώρες τη μέρα, δεν κερδίζουν ούτε τα απαραίτητα για τη διαβίωσή τους. Πολλές απ’ αυτές στο τέλος αναγκάζονται να εργαστούν ως πόρνες. Τα σύνορα στην πόλη Τιχουάνα, ένα από τα πιο πολυσύχναστα περάσματα στις ΗΠΑ, είναι γνωστό πως προσφέρουν κυρίως σεξουαλική ψυχαγωγία. Η ζώνη αυτή, γνωστή ως ‘la zone morte’ (νεκρή ζώνη), σφύζει από καμπαρέ, μπαρ, ξενοδοχεία που χρεώνουν με την ώρα και υπολογίζεται πως 15.000 γυναίκες εργάζονται ως πόρνες. Η Σάντρα δηλώνει πως η πορνεία είναι σχεδόν το μόνο που υπάρχει στην Τιχουάνα, που έχει τη φήμη «δρόμων στρωμένων με χρυσό». Οι γυναίκες που έχουν ανάγκη από χρήμα θα καταφύγουν είτε στην πορνεία, είτε στα ναρκωτικά. Με τους ρυθμούς να αυξάνονται, όλο και περισσότερες γυναίκες στρατολογούνται στον κόσμο των ναρκωτικών και των εμπόρων. Κάποτε οι γυναίκες των μεγαλεμπόρων αντιμετωπίζονταν ως «έπαθλα»… Τώρα πια χρησιμοποιούνται και οι ίδιες στο εμπόριο, αφού μπορούν να περάσουν πιο εύκολα από τον έλεγχο των συνόρων.  Η τάση αυτή «κρεμάται» σαν απειλή πάνω από τη σταθερότητα των οικογενειακών δομών του Μεξικού, που μέρα με τη μέρα κλονίζονται.

Πριν λίγο καιρό συμπληρώθηκε και η θητεία του Φελίπε Καλδερόν, προέδρου του Μεξικού, που είχε θέσει ως στόχο τον «πόλεμο κατά των ναρκωτικών». Πέντε χρόνια μετά, το Μεξικό μετρά πάνω από 50.000 νεκρούς, δεκάδες χιλιάδες εξαφανισμένες γυναίκες και χιλιάδες ανεξιχνίαστες δολοφονίες. Στις προεδρικές εκλογές του ερχόμενου Ιουλίου, θα υπάρχει και μια γυναίκα υποψήφια, η Χοσεφίνα Βάσκες Μότα, η πρώτη γυναίκα υποψήφια σε προεδρικές εκλογές. Ίσως αυτό να αποτελεί την αρχή για τον τερματισμό του σεξισμού που είναι διάχυτος στη μεξικανική κοινωνία.




Της Στέλλας Παναγιώτου

0 comments