Powered by Blogger.

Η ευτυχία δεν αγοράζεται

Όταν οι προτεραιότητές μας μπορεί να αποβούν μοιραίες…
Η Μαριλένα κατάφερε στα 40 της χρόνια να κατέχει μια αξιοζήλευτη θέση σε μια υπεράκτια εταιρεία. Ζει μαζί με το σύζυγό της και την κόρη της σε μια έπαυλη της Λευκωσίας, λίγο έξω από το κέντρο. Ο σύζυγός της Νίκος διδάσκει στη φιλοσοφική σχολή του πανεπιστημίου Λευκωσίας και θεωρείται εξίσου επιτυχημένος. Πολύ διαφορετικοί οι δυο τους, όμως ίσως και για αυτό να ταίριαξαν. Ξεκίνησαν και οι δύο από το «μηδέν», με πείσμα όμως και πολλή προσπάθεια κατάφεραν να κερδίσουν όσα επιθυμούσαν.

Αυτό το στάδιο της ζωής τους είναι αρκετά δύσκολο και για τους δύο. Η οικονομική κρίση κτύπησε, όπως πολλές άλλες εταιρείες, και την εταιρεία όπου εργάζεται η Μαριλένα. Η θέση της είναι αρκετά υπεύθυνη και εδώ και περίπου τρεις μήνες προσπαθεί να κλείσει μια δουλειά με τη Ρωσία, που ίσως βγάλει την εταιρεία από τη δύσκολη θέση που βρέθηκε. Εδώ και τρεις μήνες η Μαριλένα κοιμάται πολύ αργά και ξυπνά πολύ γρήγορα. Σπάνια βλέπει την κόρη της και η κυριότερη επικοινωνία τους είναι μέσω τηλεφώνου. Αναγκάζεται να συναντά τους ξένους επενδυτές κάθε δεκαπέντε περίπου μέρες είτε στην Κύπρο, είτε στη Ρωσία. Η προετοιμασία για την κάθε συνάντηση είναι εξαντλητική, όπως και οι ρυθμοί της ζωής της τον τελευταίο καιρό. Σ’ όλη αυτή την κατάσταση ο Νίκος κράτησε ουδέτερη θέση αρχικά. Ήξερε πόσο σημαντικό ήταν αυτό για τη γυναίκα του, που τελευταία ζητούσε μια επιβεβαίωση, έστω και επαγγελματική. Στη συνέχεια, όμως, όλο αυτό πέτυχε να μεγεθύνει τα ήδη υπάρχοντα προβλήματα στη σχέση τους. Πλέον είχε γίνει ανυπόφορη η κατάσταση στο σπίτι. Τις λίγες φορές που κατάφερναν να βρεθούν έστω και για λίγο πριν φύγουν για τη δουλειά, η ατμόσφαιρα ήταν γεμάτη εντάσεις. Για τον Νίκο η σχέση του με τη γυναίκα του είχε τελειώσει εδώ και καιρό. Η επικοινωνία μεταξύ τους είχε χαθεί από πολύ παλιά. Τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια ζούσαν συμβατικά μαζί, ίσως και από συνήθεια. Θα έκανε υπομονή μέχρι να αποφασιστεί το μέλλον της συνεργασίας με τους Ρώσους επενδυτές και μετά θα της ανακοίνωνε την απόφασή του να χωρίσουν.

Η Κωνσταντίνα ήταν δεκαέξι χρονών. Η κατάσταση στο σπίτι ήταν και για την ίδια πολύ δύσκολη. Ό,τι ζητούσε το είχε, αλλά ποτέ δεν έμενε ικανοποιημένη. Η μητέρα της για την ίδια ήταν εντελώς απούσα. Η μόνη επικοινωνία που είχαν ήταν όταν η Κωνσταντίνα την καλούσε στο κινητό, για να της ζητήσει χρήματα. Της εξηγούσε σε ποια τσάντα θα τα έβρισκε και αυτό ήταν. Βέβαια όσοι γνώριζαν την Κωνσταντίνα, έλεγαν πόσο τυχερή είναι που έχει τόσο πετυχημένους γονείς. Από υλική άποψης κατάφεραν να της παρέχουν τα πάντα. Ακριβό κινητό, ακριβές τσάντες, ακριβά ρούχα, ίσως για να καλύψουν το κενό της απουσίας τους. Και η Κωνσταντίνα όμως, ίσως για να δηλώσει πιο έντονα την παρουσία της, ζητούσε όλο και περισσότερα. Ό,τι καινούργιο έβγαινε στην αγορά, ήταν η πρώτη που το αγόραζε.

Αυτή τη φάση της ζωής της η νεαρή έφηβη έπαθε εμμονή με τα κιλά της. Ήθελε επειγόντως μετά το καλοκαίρι και με την αρχή της νέας σχολικής χρονιάς να είναι δέκα κιλά πιο αδύνατη. Ξεκίνησε να κάνει εξαντλητικές δίαιτες. Μετρούσε στο κάθε τι τις θερμίδες του. Κληρονόμησε το πείσμα των γονιών της και δε θα τα έβαζε εύκολα κάτω, μέχρι να πετύχει το στόχο της. Οι γονείς της με τα δικά τους προβλήματα δεν πρόσεξαν πως η κόρη τους γινόταν βδομάδα με τη βδομάδα όλο και πιο αδύνατη. Κάθε μέρα πήγαινε για τρέξιμο, κάθε μέρα λιγόστευε όλο και περισσότερο το φαγητό της. Έγινε τόσο αδύναμη που το πρωί έκανε προσπάθεια να σηκωθεί απ’ τις ζαλάδες. Έφτασε στο σημείο να την πονά όλο της κορμί. Έχανε πολύ γρήγορα τα κιλά, όμως η ίδια δεν το έβλεπε. Ήθελε όλο και περισσότερα. Μέσα σε λίγους μήνες έχασε δεκαπέντε κιλά και δεν το έβαζε κάτω. Ξεκίνησε έναν αγώνα, χωρίς τελειωμό.

Ήταν αρχές του Σεπτέμβρη, όταν η Μαριλένα δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από την οικιακή τους βοηθό. Έκλαιγε και της φώναζε να επιστρέψει γρήγορα πίσω. Η Μαριλένα δεν κατάλαβε ακριβώς τι έγινε. Παράτησε ό,τι έκανε και ανήσυχη ξεκίνησε για το σπίτι. Ήταν μια διαδρομή που δε θα ‘θελε να ξαναζήσει. Όταν έφτασε βρήκε τον Νίκο να προσπαθεί να συνεφέρει την Κωνσταντίνα. Ήταν πεσμένη στο έδαφος λιπόθυμη και φορούσε τη μαθητική στολή της, που κρεμόταν κυριολεχτικά από πάνω της.

Η Μαριλένα πανικοβλήθηκε, δεν ήξερε τι να κάνει. Ο Νίκος προσπάθησε να μείνει πιο ψύχραιμος. Την μετέφεραν εσπευσμένα στην πλησιέστερη κλινική. Η Μαριλένα ένιωθε αφόρητες τύψεις. Οι γιατροί ήταν κάθετοι μαζί τους. Η κόρη τους έπασχε από ανορεξία και ήταν ευθύνη τους που δεν το πρόσεξαν πιο γρήγορα. Όταν συνήλθε η Κωνσταντίνα οι γονείς της επιτέλους βρέθηκαν κοντά της. Τη ρώτησαν γιατί; Κλαίγοντας η Κωνσταντίνα τους απάντησε πως δεν ήθελε να φτάσουν μέχρι εκεί τα πράγματα. Ήταν πριν τρεις μήνες περίπου, όταν άκουσε δυο παιδιά να μιλούν μεγαλοφώνως και να ρωτούν «ποια είναι αυτή η χοντρή», δείχνοντάς την. Από εκεί ξεκίνησαν όλα. Τη ρώτησαν γιατί φορούσε τη μαθητική στολή, όταν την βρήκαν, αφού ακόμα τα σχολεία δεν είχαν ανοίξει και τους απάντησε πως τη φορούσε κάθε μέρα, μέχρι να της είναι αρκετά φαρδιά.

Έκλαιγαν και οι τρεις αγκαλιασμένοι σαν μωρά παιδιά. Και εκείνη τη μοναδική στιγμή, που ένιωθαν και οι τρεις την παρουσία ενός του άλλου, κατάλαβαν πόσο ανούσια είναι όλα τα υπόλοιπα. Ήταν εκείνη τη στιγμή που ορκίστηκαν πως δε θα έχαναν ποτέ στιγμή από τη ζωή ενός τους άλλου, μέχρι το τέλος…

0 comments