Λύα Χ' Αδάμου Βότση: "Ο Ευαγόρας ήταν η παρηγοριά μου. Ήταν Ναι και ο Έρωτάς μου και η Αγάπη μου και η Φιλία μου"
Από τη μέχρι σήμερα προσωπική και δημοσιογραφική μου πορεία πέρασαν πολλοί άνθρωποι, πολλά γεγονότα, πολλά ρεπορτάζ, πολλές συνεντεύξεις. Νιώθω, όμως, πολύ τυχερή που γνώρισα μια γυναίκα, την κ. Λύα Χ΄ Αδάμου Βότση, η οποία με έφερε ακόμη πιο κοντά σε ένα δεκαοχτάχρονο παλικάρι , που άφησε την τελευταία του πνοή τόσο άδικα πριν από 55 χρόνια στο Ικρίωμα της Αγχόνης.
Μπορεί σε κάποιους από σας, που αυτή τη στιγμή διαβάζετε αυτό το μικρό αφιέρωμα στον Ευαγόρα Παλληκαρίδη, να σας φανεί υπερβολικό ή και παρατραβηγμένο, το ότι τον είχα, ναι τον είχα ερωτευτεί μέσα από τις παρακαταθήκες που μας έχει αφήσει. Από τα ποιήματα, τα συγγράμματα, τα διηγήματά του.
Μου άνοιξε την ψυχή της η κυρία Λύα και σας παραθέτω σήμερα την τόσο γλυκιά, αλλά και συνάμα τρυφερή ιστορία της «Μούσας» του Ευαγόρα, όπως ο ίδιος την αποκαλούσε.
Σήμερα καταθέτει την ψυχή της σε όλους εμάς.
Σήμερα ανοίγει την καρδιά της, για να μας μπάσει σε αυτήν και να μάθουμε όλα αυτά που η ίδια ένιωσε για το μικρό μας ΗΡΩΑ, το νέο μικρό Σολωμό. Γιατί αυτό θα ήταν, αν οι Άγγλοι τον άφηναν να ζήσει.
Φίλες και φίλοι η ιστορία αρχίζει.
«Είμαι τυχερή που έζησα αυτά τα υπέροχα χρόνια. Αλλά μετά υπέφερα πάρα πολύ. Ήμουνα μικρή, όταν έφυγα από την Κύπρο. Ο Ευαγόρας ήταν η παρηγοριά μου. Ήταν Ναι και ο Έρωτάς μου και η Αγάπη μου και η Φιλία μου.
Πώς έγινε αλήθεια η γνωριμία τους;
Η κ. Λύα θυμάται: «Άνοιξη ήτανε και θυμάμαι περπατούσα από το σπίτι μου για το Νικολαϊδειο Γυμνάσιο. Σταμάτησε κάποιος δίπλα μου με το ποδήλατο. Ήταν ο Ευαγόρας. Κρατούσε κάτι στο χέρι του και τον ρώτησα τι είναι.
«Πλάκες γραμμοφώνου» μού είπε. Εγώ αστειεύτηκα μαζί του και τον ρώτησα αν είναι φιλόμουσος. Του ανέφερα πως γνώριζα ότι είναι ποιητής, αθλητής.
Τότε μου είπε πως ήθελε από μένα να του δώσω τα λόγια του «Κάποτε θα περάσουν τα μίση» και εκείνος θα μου έδινε τα λόγια του τραγουδιού Παλόμα. Με εξέπληξε. Αυτά τα δυο τραγούδια ταιριάσανε πάρα πολύ στη μετέπειτα ζωή μας.
Ο Ευαγόρας ήταν πολύ χαμηλών τόνων. Μέχρι τη δευτέρα τάξη του Γυμνασίου, εγώ δεν τον ήξερα. Τον είχα γνωρίσει στις αθλητικές επιδείξεις. Άρχισα να δίνω σημασία σε αυτό το παιδί, λόγω του αθλητισμού, γιατί ήμουνα και εγώ αθλήτρια. Έπαιζα βόλεϊ και καλαθόσφαιρα.
Μετά αρχίσαμε να βλεπόμαστε. Κατά σύμπτωση ή το επεδίωκε, δεν το γνωρίζω.
Συναντιόμασταν στους δρόμους. Και στη λιμνούλα με το μικρό άγαλμα του Έρωτα έξω από το σπίτι μου.
Εγώ λάμβανα μέρος και στη χορωδία του σχολείου. Ο Ευαγόρας ήρθε μια φορά, η οποία ήταν και η τελευταία του. Ο καθηγητής μας της μουσική, ο Δευκαλίων, τον έδιωξε. Θυμάμαι το περιστατικό σαν ήταν χθες. Έκατσε πίσω και μου απάγγελε διάφορα ποιήματα. Τον πήρε είδηση ο καθηγητής και του είπε:
«Ευαγόρα εδώ είμαστε για να τραγουδούμε. Αν θέλεις να είσαι στη χορωδία, πρέπει να μπεις στην τέταρτη φωνή».
Αυτό σήμαινε πιο κάτω από μένα, που ήμουν δεύτερη φωνή. Πήγε, λοιπόν, στη θέση του και αρχίζει να τραγουδά αυτά που εκείνος ήθελε δυνατά. Καμία σχέση με τα τραγούδια της χορωδίας. Χαμός έγινε τότε. Οι μαθητές όλοι άρχισαν να γελάνε, με αποτέλεσμα ο καθηγητής να τον βγάλει έξω από την τάξη. Αυτό ήταν το άδοξο τέλος του Ευαγόρα στη χορωδία.
«Ένα γαρύφαλλο ευωδιασμένο
τη φλόγα έκρυβε μες το άρωμα
έκρυβε έρωτα στην ευωδιά του
με χείλη έμοιαζε φλογισμένο.
Λουλούδια κι άλλα ήταν τριγύρω
Μ΄ αυτό εσκόρπαγε μόνο το μύρο….
Κλάψε που δεν τα’ απόχτησες
ήτανε τόσο ωραίο,
για με τόσο μοιραίο
το λούλουδο αυτό»
Τα λουλούδια που μου έφερνε τα έκλεβε. Θέριζε του κήπους του Κτήματος. Θυμάμαι ένα περιστατικό, το οποίο έγινε στις 31 Ιανουαρίου του 1955, στην εορτή των Τριών Ιεραρχών. Είχαμε την καθιερωμένη γιορτή στο σχολείο. Εγώ ήμουν στη χορωδία και όπως καθόμουνα, ήρθε φορτωμένος με μια γλάστρα γεμάτη με ολάνθιστα ροζ γαρύφαλλα. Μου την έδωσε, λέγοντάς μου ότι τα έκλεψε για μένα. Εγώ ντράπηκα, γιατί το έκανε μπροστά σε όλους. Για αυτόν ήταν κάτι πολύ φυσιολογικό. Πήρε τη γλάστρα, την έβαλε μπροστά στο παράθυρο και μου είπε πως φεύγοντας θα με βοηθούσε να την πάρω στο σπίτι. Ένιωθε ότι το καθετί ήταν φυσιολογικό, δεν προσποιούταν.
Στην Κύπρο αλληλογραφούσαμε και δεν έχω καταλάβει ποτέ γιατί. Μάλλον επειδή ήμασταν τρελοί και οι δυο. Στα γράμματα αυτά μιλούσαμε με το είσαι «πελός» ή «πελή». Τσακωνόμασταν και ζηλεύαμε ο ένας τον άλλο πάρα πολύ. Τον Ευαγόρα τον αγαπούσαν πολλές μαθήτριες. Αγαπούσε όμως και αυτός πολλές. Μη νομίζετε πως εγώ πήγαινα πίσω. Οι Έρωτες εκείνης της εποχής ήταν να βλέπει ο ένας τον άλλο από μακριά, να σε ακολουθεί λίγο στον περίπατο.
«Ξέρω μονάχα
πως της αγάπης η χαρά
έρχεται μόνο μια φορά
Αχ! Γιατί τάχα;»
Άρχισε να μου γράφει ποιήματα, να μου φέρνει λουλούδια. Και εγώ άρχισα να συγκινούμαι. Τα ποιήματα τα διάβαζα και στην αρχή δεν τολμούσα να πιστέψω ότι ήταν δικά του. Ήταν τόσο όμορφα, τόσο ποιητικά και συνάμα ερωτικά. Τον ρωτούσα αν αυτός τα είχε γράψει και μου απαντούσε:
« Όχι μόνο τα έχω γράψει, αλλά μπορώ και να σου τα τραγουδήσω». Μου έφερνε π.χ. ένα ποίημα και πάνω-πάνω έγραφε Ταγκό. Από κάτω, όμως, τι έγραφε νομίζετε; Ώρα μαθηματικών. Έβγαινε από την τάξη και έγραφε ποιήματα.
Έτσι άρχισε η ιστορία μας. Όμορφα, ωραία. Τα πρώτα ποιήματα ήταν της χαράς και της ανεμελιάς. Ήταν πριν ξεσπάσει η καταιγίδα. Ήτανε χρόνια όμορφα, ζυμωμένα με ιδανικά, πατριωτισμό, ποτισμένα με λόγια φλογερά.
«Σκλαβωμένη μου Κύπρος, λατρευτή μου πατρίδα
που δεμένη στενάζεις με βαριάν αλυσίδα
Τα δεσμά τα βαριά σου σε λιγάκι θα σπάσεις
Και στης Μάνας Ελλάδας την αγκάλη θα φτάσεις».
«ΕΝΩΣΗ-ΕΝΩΣΗ-ΕΝΩΣΗ με τη Μητέρα Ελλάδα» μάς φώναζαν οι δάσκαλοι και οι καθηγητές. Εμείς ήμασταν μικρά παιδιά τότε. Ψηλώναμε και γινόμασταν γίγαντες και πετούσαμε πέτρες και χυνόμασταν στους δρόμους και αλίμονο στους Άγγλους.
Προσπαθούσαμε να κάνουμε ένα πόλεμο με πέτρες. Μας χτυπούσαν με τα ρόπαλά τους, αλλά εμείς ήμασταν υπερήφανοι που πολεμούσαμε για την Πατρίδα. Και χτυπούσαμε τον εχθρό.
Μετά η ζωή μας άλλαξε.
1954-55 τα αγόρια άρχισαν να γίνονται άντρες.
Ο Ευαγόρας δεν ξέχασε τα λουλούδια και τα ποιήματα, όμως είχε απορροφηθεί από το να μάθει, και αυτό το ξέρω σίγουρα, πώς να χειρίζεται τις χειροβομβίδες και πώς να κρατά το όπλο. Εμείς τα κορίτσια θέλαμε να βοηθήσουμε τα αγόρια μας και ό,τι μπορούσαμε κάναμε. Δεν ήταν απαραίτητο να ήμασταν ορκισμένες, για να βοηθήσουμε. Πετούσαμε λίγα φυλλάδια.
Ήταν καθήκον μας, πλέον, επειδή είχε ξεκινήσει ο Αγώνας, να συμπεριφερόμαστε, όπως συμπεριφερόμασταν.
«Για σένα Κύπρο, αθάνατη
Πατρίδα σκλαβωμένη,
Θα δώσω απ’ το αίμα μου
Κάθε σταλαματιά.
Για να σε δω ελεύθερη
και χιλιοδοξασμένη
δε θα διστάσω, Κύπρο μου,
να πέσω στη φωτιά.»
Όταν έφυγα νομίζω πως αγαπηθήκαμε πιο πολύ.
Με τον Ευαγόρα δεν ήταν κάτι δεδομένο πως εγώ ήμουνα η φίλη της καρδιάς του. Το ό,τι μου έγραφε ποιήματα δε δεσμευόμασταν πως ήμασταν ζευγάρι.
Όταν έμαθε πως θα έφευγα από την Κύπρο, ήρθε και με βρήκε κρατώντας ένα ποίημα και μου είπε πολλά και διάφορα. Στα γράμματά του άρχισε να μου λέει σιγά-σιγά ότι με αγαπούσε, αλλά επειδή θα έφευγα δεν ήθελε να με δεσμεύσει.
Ήταν πάρα πολύ τραγικός ο αποχωρισμός μας. Διοργανώσαμε ένα αποχαιρετιστήριο πάρτι πριν την αναχώρησή μας από την Κύπρο στο ξενοδοχείο ΌΛΥΜΠΟΣ. Φεύγοντας από το πάρτι μείναμε μόνοι και περπατήσαμε το δρόμο με τα κυπαρίσσια, όπως τα αναφέρει πολλές φορές στα γράμματά του. Εγώ έφευγα και είχα τις αμφιβολίες μου. Δεν είχαμε κουβεντιάσει ποτέ, δεν είχαμε πει το Σ΄ αγαπώ ή με αγαπάς. Θα είμαι για πάντα εγώ για σένα και εσύ για μένα. Αυτά δεν τα είχαμε κουβεντιάσει ποτέ. Ήταν όλα με υπεκφυγές, με λουλούδια, με ποιήματα. Ήρθε και μου έφερε ένα αποχαιρετιστήριο βιβλίο, όπου μέσα είχε γραμμένα κάπου 60 ποιήματα. Σε όλα σχεδόν αυτά τα ποιήματα, με άφηνε να καταλάβω πως με αγαπούσε. Αλλά το «Σ΄ αγαπώ» δεν το είπαμε ποτέ. Ούτε εγώ του το είπα. Εκείνο όμως το τελευταίο βράδυ εγώ είχα επαναστατήσει. Και του είπα:
«Φεύγω αύριο, έχεις τίποτα να μου πεις;».
Με κοίταξε ώρα πολύ και μου χαμογέλασε. «Θα έπρεπε, μου είπε, να τα ξέρεις όλα».
«Σαν άνεμος φεύγεις και πας σ’ άλλες χώρες.
Αν ήξερες όμως πως τώρα θρηνώ..
Να φύγεις δε θέλω πως μόνος τις ώρες
θα ζω μακριά σου, και πως θα περνώ;»
Με κρατούσε ενήμερη για τα πάντα, όταν πήγα στην Αφρική. Παρά το ό,τι απαγορευόταν, έβρισκε τον τρόπο και μου έστελνε τα γράμματα. Στον Χαράλαμπο Κκολό, στην αδελφή του την Γιωργούλα. Πάντα με διαφορετικά ονόματα.
«Πικρό το δάκρυ απ’ τα μάτια μου κυλά
Βουβά το «έχε γεια» να ψιθυρίσει,
κι ότι γελούσε έχει πάψει να γελά
αφού η μοίρα η πικρή θα μας χωρίσει».
Φεύγω, λοιπόν, για την Αφρική και αρχίζουν τότε να πηγαινοέρχονται τα γράμματα. Μου τα έστελνε σε διευθύνσεις φίλων, παρά το ό,τι είχα έναν πατέρα πολύ μοντέρνο, ήταν δάσκαλος, δεχόταν οι κόρες του να αλληλογραφούν με αγόρια. Εγώ έστελνα τα γράμματα στο σπίτι του, μέχρι που συνελήφθη. Ήταν ένας αγώνας μετά, το να παίρνει ο ένας τα γράμματα του άλλου. Όταν δείτε κάποια από αυτά, θα καταλάβετε ότι περνούσαν από λογοκρισία της ΕΟΚΑ. Πολλές φορές τα γράμματα που έγραφα ξεκινούσαν με το Ευαγόρα μου. Όπου έγραφα, λοιπόν, το όνομά του ήταν σβησμένο. Άρα, λοιπόν, έφταναν στα χέρια κάποιων, πριν φτάσουν στα χέρια τα δικά του.
Έμαθα από τις φίλες μου, που είχα αλληλογραφία μαζί τους, ότι βγήκε αντάρτης. Και από την αδελφή του την Γιωργούλα, η οποία μου έγραφε και με ενημέρωνε συνέχεια.
Πολλές φορές μού έγραφε ότι γύριζε μια ταινία περιπετειώδη, ορειβατική. Σε ένα από τα γράμματά της, η αδελφή του μου έγραφε για την «ταινία» που έφθανε στο τέλος της.
«Συγχώρησέ με που παίρνω να σου γράψω και να απαντήσω σε ό,τι δε θα έπρεπε να με αφορά. Η ταινία τελείωσε. Δέξου για τον καινούργιο χρόνο την ευχή, που είμαι βεβαία πως σου κάνει από την ανήλια και φριχτή του φυλακή εκείνος. Είθε να βρεις την ευτυχία που ζήταγες μαζί με τη χαρά. Οι Νόμοι του Χάρτιγκ επιβάλλονται σε μας σαν εκτέλεση γυμναστικού παραγγέλματος. Καμιά ευχή και καμιά παρηγοριά δε θα ήταν σκόπιμη. Αν θέλεις ψιθύριζε κάποτε μερικά λόγια προσευχής να τον ενδυναμώνει ο Θεός, να τραβήξει ως το τέλος του καρτερικά τον ανήφορο πού πήρε».
Για την καταδίκη του το έμαθα από τις Αγγλικές εφημερίδες. Η αλληλογραφία συνεχίστηκε και από τη φυλακή όπου ήταν.
Στις 28.1.1957 μου έγραφε από το κελί του.
LS 8605 Κεντρικές Φυλακές.
«Ελπίζω να ελπίζεις ακόμα, πως κάπου θα σμίξουμε, να πούμε δυο κουβέντες περασμένες και να ζήσουμε για λίγο, ας είναι και για λίγο το παρελθόν. Μια θύμηση που ακόμα ο χρόνος δεν έσβησε. Ξέρω πως θα ήθελες να σου γράψω, γεμίζοντας κάθε γωνιά και κάθε ίντσα της κόλας. Είναι όμως καλύτερα να μη συνεχίσω. Όπως είναι καλύτερα να μη σου ξαναγράψω, γιατί μπορεί χωρίς να το θέλω να σου γράψω πάλι μερικές «πελάρες» όπως και πρώτα. Για αυτό σε αφήνω. Λύα ίσως αργότερα μετανιώσουμε για τις παιδιάστικες κουβέντες μας, για αυτά που λέγαμε προτού να χωριστούμε. Ίσως όμως να μετανιώσουμε μια μέρα, γιατί χωρίζουμε.
Γεια σου Λύα».
Ευαγόρας. 28.1.1957.
Σε αυτό το γράμμα του είχα απαντήσει.
Στις 7.3.1957 μια μόλις εβδομάδα πριν από τον απαγχονισμό του, πήρα το τελευταίο του γράμμα που μεταξύ άλλων έγραφε:
«Και αν είμαι κλεισμένος, η σκέψη δεν κλείνεται. Τρέχει γυρίζει πότε εδώ και πότε εκεί και κάπου- κάπου σταματά σε κάποια θύμηση, σε κάποια ανάμνηση, σε κάποιο τραγούδι που λέει πως κάποτε θα περάσουν τα μίση. Το τραγούδι το πρώτο που μου έμαθες. Ναι πότε- πότε σταματά σε κάποια όνειρα που έσβησαν. Ας πούμε καλύτερα που πέρασαν και που ποτέ δε θα γυρίσουνε ξανά. Ναι, Λύα, όλα τελειώσανε. Έμεινε μόνο η ελπίδα. Ας ελπίζουμε λοιπόν. Είναι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε. Σε λίγες μέρες περιμένω να μου φέρουν την απόφαση του Κυβερνήτη. Σε λίγες μέρες ίσως να σου γράψω το τελευταίο μου γράμμα. Τα τελευταίο έχε γεια. Χωρίς να ακούσω την απάντηση. Μα δεν πειράζει. Πότε θα γυρίσεις; Μπορεί να μη βρεις εμένα, να κάνουμε τον περίπατο από την Πάφο στο Βαρώσι. Μα πάλι δεν πειράζει. Δε λυπάμαι για τίποτα. Ας χάσω το καθετί. Μια φορά κανείς πεθαίνει. Το μόνο που λυπάμαι είναι γιατί δε θα μπορέσω ίσως να ξαναδώ την «πελή» μου φίλη εσένα. Να ξαναδούμε τα παράξενα της Πάφου, όπως κάποια φορά και να πούμε το δεύτερο μέρος διαφόρων «πελάρων» και να τα κανονίσουμε. Αν ενδιαφέρεσαι για την υγεία μου, πληροφορήσου δια ταύτην ότι αισθάνομαι εντάξει κατά 95%. Εσύ; Πώς πας; Εύχομαι να είσαι καθόλα εντάξει. Τι γίνεται η επιστήμη; Έγινες Δασκάλα ή μετάνιωσες; Αυτά και περιμένω».
Το τελευταίο δικό μου γράμμα δεν το πήρε ποτέ. Μου εστάλη πίσω.
Έκανα πολλά χρόνια να μιλήσω για τη μικρή μας ιστορία. Όλα τα γράμματά του, τα ποιήματά του ήταν δικά μου, δεν ήθελα να τα δει κανείς.
Πάρα πολλοί εδώ στην Κύπρο, άλλοι ευγενικοί και άλλοι ενοχλητικοί μού τηλεφωνούσαν και μου έλεγαν ότι δε μου ανήκουν, ότι είναι ιστορικά ντοκουμέντα. Τους απαντούσα είναι δικά μου. Εγώ τον Ευαγόρα τον ήξερα, πριν γίνει ήρωας.
Μετά από 30 σχεδόν χρόνια άρχισα κατόπιν συμβουλής μιας φίλης μου, της Κούλας Δρουσιώτη, να μιλώ για τον Ευαγόρα. Μου είπε να σταματήσω να κρύβομαι, γιατί αυτά που είχα είναι ιστορία. Μίλησα στον Χρίστο Ανδρέου και σε σένα Στέλλα.
Μετά από 16 χρόνια, επέστρεψα στην Κύπρο. Από το 1955, που έφυγα, γύρισα το 1971. Παντρεμένη με παιδιά. Μόλις ήρθα στην Λευκωσία, πήρα τις φίλες μου και πήγαμε στα Φυλακισμένα Μνήματα. Ήταν πολύ δύσκολες στιγμές. Αρνήθηκα να πάω να δω την αγχόνη.
Το βράδυ που απαγχονίστηκε ο Ευαγόρας εγώ κοιμόμουνα και άκουσα ένα θόρυβο, ένα γδούπο. Σαν κάτι να έσπασε, να έπεσε και ξύπνησα. Ήμουνα 17 χρόνων τότε. Δεν ξέρω γιατί, αλλά ένιωσα πως ήταν το τέλος του. Σκεφτόμουνα και έλεγα:
«Μα θεέ μου, είναι δυνατόν αυτή τη στιγμή να μην υπάρχει; Πήγα στο παράθυρο, ήταν δυο το χαράματα. Είδα ένα αστέρι να περνάει από μπροστά μου. Όλα συμπτώσεις. Εκείνη τη στιγμή, όμως, με το μυαλό μου το παιδικό λέω είναι η ψυχή του, για να μου πει αντίο».
της Στέλλας Σουρμελή
0 comments