«Ναι! Είμαι τυπική Κυπραία, και μάλιστα πολύ ευτυχισμένη»
Μερικές φορές ό,τι πιστεύουμε πως μας κρατά ακαλούπωτες, είναι στην πραγματικότητα το «κλουβί» μας.
Η Νάταλι από έφηβη είχε κτίσει μια ιδεατή εικόνα για τον εαυτό της και ήταν σίγουρη πως με καμία δύναμη δε θα παρέκλινε απ’ αυτήν. Είναι αυτή η ηλικία που αρχίζεις να καταλαβαίνεις τον κόσμο γύρω σου και να κάνεις τις επιλογές σου. Για τη Νάταλι, οι επιλογές ήταν ξεκάθαρες. Δεν είχε καμία σχέση με οτιδήποτε ξανθό, ροζ, χνουδωτό, χαριτωμένο και «δήθεν» κυκλοφορούσε γύρω της. Την εκνεύριζαν οι χαζογκόμενες, που τα μοναδικά ενδιαφέροντά τους ήταν τα αγόρια, η μόδα, τα νύχια και τα μαλλιά τους. Όταν τα υπόλοιπα κορίτσια ήταν ερωτευμένα με τους Backstreet Boys και ήθελαν να μοιάσουν στις Spice Girls, η Νάταλι είχε μανία με τα soundtracks ταινιών, καλών ταινιών, όλων των εποχών.
Αδιαφορούσε εντελώς για την εξωτερική της εμφάνιση, έμαθε να βρίζει σαν φορτηγατζής και δεν την ένοιαζε για τη «σωστή» συμπεριφορά των κοριτσιών. Ονειρευόταν να γυρίσει τον κόσμο, ήθελε να φύγει το συντομότερο απ’ την Κύπρο και να ζήσει στο εξωτερικό. Έβρισκε την κυπριακή κοινωνία επιφανειακή και υποκριτική, ενώ τους Κύπριους «δούλους» του κατεστημένου. Πολλές φορές σκέφτηκε να μαζέψει τα πράγματά της κρυφά, μες τη νύχτα και να τα αφήσει όλα πίσω. Όχι δα πως έζησε και κάτι φοβερό σ’ αυτήν την ηλικία, μη φανταστείτε. Μεγάλωνε σε μια πολύ «φυσιολογική», κυπριακή οικογένεια, απλά έτυχε να γεννηθεί «επαναστατική φύση», όπως υποστήριζε.
Με τα ίδια μυαλά τέλειωσε το σχολείο και πήγε να σπουδάσει στο εξωτερικό, όπως επιθυμούσε. Συνέχισε να αντιπαθεί τις χαζές, ξανθιές, επιφανειακές Κύπριες και γενικά ό,τι έχει σχέση με την κλειστή κοινωνία του νησιού μας. Όλα αυτά μέχρι που γνώρισε το Νίκο, τον πρώτο άνθρωπο που την κατάλαβε πραγματικά. Μπόρεσε να ξεχωρίσει πως πίσω απ’ αυτή τη συμπεριφορά κρυβόταν ένα ευαίσθητο και ευάλωτο κορίτσι, με πολλές ανασφάλειες και με πρόβλημα αυτοεκτίμησης. Ανεχόταν όλες τις παραξενιές της Νάταλι και τη χυδαία, τις περισσότερες φορές, συμπεριφορά της, την έβρισκε μάλιστα αστεία. Περνούσαν πολύ ωραία μαζί, γέλαγαν πολύ και έκαναν ατέλειωτες συζητήσεις, αφού η Νάταλι είχε την τάση να υπεραναλύει τα πάντα. Τον ερωτεύτηκε τρελά, τον θαύμαζε για την εξυπνάδα του, παραδεχόταν πως ήταν πολύ πιο έξυπνος από την ίδια, για την εργατικότητά και τον προγραμματισμό του. Κατάφερνε να την προσγειώνει, όταν αυτή ξέφευγε και την άκουγε πάντα με πολύ υπομονή, ακόμα και για τα φανταστικά προβλήματά της. Δίπλα του ένιωθε ασφάλεια, ένιωθε ελεύθερη να είναι ο εαυτός της.
Έξι χρόνια μετά, η Νάταλι θα επέστρεφε στην Κύπρο, μαζί με τον έρωτα της ζωής της, το μελλοντικό της σύζυγο. Δήλωνε πλέον χωρίς φόβο και πάθος πως έγινε μια «τυπική Κυπραία», όπως αυτές που τόσο φοβόταν μερικά χρόνια πριν. Δεν την ένοιαζε πια αν αποτελούσε μέρος του συστήματος που τόσο καιρό έβριζε. Αυτό που την ένοιαζε ήταν πως ήταν ευτυχισμένη. Είχε ανθρώπους γύρω της που την αγαπούσαν και τους αγαπούσε. Είχε δίπλα της το Νίκο, τους γονείς της, τους φίλους της. Δεν την ένοιαζε αν πρόδωσε, κατά κάποιο τρόπο, τον παλιό της εαυτό, δεν την ένοιαζε που της άρεσε να ζει στη χώρα της.
Λίγες μέρες πριν το γάμο της, έκανε για πρώτη φορά μανικιούρ, πεντικιούρ. Κάποτε το μανικιούρ συνεπαγόταν με χαζογκόμενα, αργόσχολη, επιφανειακή και ψωνάρα. Ενώ, λοιπόν, ήταν στην αισθητικό με απλωμένα τα χέρια και τα ποδιά, άκουσε μια φωνή από το πίσω μέρος της κεφαλής της, εκεί που λένε πως βρίσκεται η συνείδηση, να της λέει:
-Ρε Νάταλι, ό,τι κορόιδευες ρε συ; Πού πήγε το κορίτσι που ήθελε να γυρίσει τον κόσμο; Να τα δει και τα ζήσει όλα;
Για μια στιγμή η Νάταλι βυθίστηκε στις σκέψεις της, πολύ γρήγορα όμως έδιωξε κακήν κακώς τη φωνή της συνείδησής της. Ήταν ευτυχισμένη και δε θα άφηνε τις ενοχές της να το χαλάσουν. Ούτε και όταν αργότερα η ίδια φωνή θα την επέκρινε, που σαν χαρωπή νοικοκυρά διάλεγε τις κατσαρόλες του καινούργιου της σπιτιού.
Γιατί άλλωστε να έχει ενοχές; Να μένει δέσμια σε μια ιδεατή εικόνα, χωρίς να την ευχαριστεί, απλά και μόνο επειδή δε βγήκε το ιδανικό άτομο που κάποτε είχε φανταστεί για τον εαυτό της; Τα «θέλω» της, οι προτεραιότητές της άλλαξαν. Ίσως να ωρίμασε, ίσως να βρήκε το νόημα της ζωής, ίσως πάλι να έγινε η μαριονέτα που φοβόταν και κορόιδευε. Αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία είναι πως η Νάταλι κατάφερε να νιώσει ελεύθερη και ευτυχισμένη, έξω απ’ τα καλούπια που η ίδια εφάρμοσε στον εαυτό της. Και κάποτε ίσως να γυρίσει τον κόσμο, όταν η ίδια θα το θελήσει πραγματικά.

0 comments