
«Λίγους μήνες μετά τα 40ά γενέθλιά μου, στις 14 Ιανουαρίου 2005, είχα μπει εσπευσμένα στην εντατική, λόγω των καταστροφικών συνεπειών μιας λανθασμένης διάγνωσης. Αν η αδελφή μου δεν είχε έρθει να με επισκεφτεί, για να δει την κατάστασή μου και να επιμένει τόσο πολύ για να πάω στο νοσοκομείο αμέσως, οι γιατροί είπαν πως δε θα ζούσα.
Στο δωμάτιο εντατικής, η καρδιά μου σταμάτησε και οι γιατροί έπρεπε να χρησιμοποιήσουν απινιδωτές, τα ηλεκτρικά χειριστήρια που βλέπετε στις ταινίες. Το θυμάμαι μόνο θολά, αν και είχα ελαφρά σημάδια εγκαύματος για λίγες μέρες μετά. Τελικά ανακάλυψαν ότι είχα τη νόσο του Cushing, έναν καλοήθη όγκο στην υπόφυση, που προκάλεσε τα επίπεδα ορμονών στο σώμα μου να ξεφύγουν και να εκτοξευθούν στα ύψη.
Και δεδομένου ότι η υπόφυση ελέγχει άλλους αδένες και τις λειτουργίες του σώματος, είχα παρουσιάσει, επίσης, υψηλή αρτηριακή πίεση και διαβήτη. Ήταν ο αδιάγνωστος διαβήτης που με σκότωνε. Τελικά έμαθα ότι ο διαβήτης είχε μείνει χωρίς θεραπεία για τόσο πολύ καιρό και είχε εξελιχθεί τόσο άσχημα και γρήγορα, λόγω του όγκου, που μόνο από τύχη ήμουν ακόμα ζωντανή. Μέχρι εκείνη τη στιγμή η όρασή μου ήταν θολή, οι μύες μου είχαν ατροφήσει από την αφυδάτωση, τόσο που μετά βίας μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου, και μου ήταν δύσκολο να σκέφτομαι καθαρά. Υπήρχαν πολλά άλλα συμπτώματα, αλλά αυτά ήταν τα κυριότερα.
Δυστυχώς, είμαστε αιχμάλωτοι σε αυτό το εύθραυστο κέλυφος της σάρκας. Ευτυχώς για μένα, οι γιατροί δοκίμασαν ένα πειραματικό φάρμακο, που πολύ αργά έθεσε τελικά τα επίπεδα ορμονών υπό έλεγχο. Κάθε μία ώρα μού έπαιρναν αίμα για να ελέγχουν τα επίπεδα των ορμονών, έτσι και τα δύο μου χέρια σύντομα μελάνιασαν από τον ώμο μέχρι τον καρπό.
Μερικές φορές, λόγω της κατάστασής μου, ήμουν σε κώμα, ακόμα και για μέρες. Έβγαινα από αυτό και οι νοσηλευτές στέκονταν γύρω μου, ρωτώντας με, «Ξύπνησες; Είσαι καλά;». Δεν ήξερα πού ήμουν, τι είχα ονειρευτεί, αν μη τι άλλο. Περίπου δύο εβδομάδες αφού εισήλθα, όταν ακόμα οι γιατροί δεν ήταν ακόμα σίγουροι αν θα ζούσα, θυμάμαι να είμαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι και να αισθάνομαι πολύ αδύναμη. Είχα μάθει να αναγνωρίζω τα σωματικά συμπτώματα του κώματος, αλλά αυτό ήταν διαφορετικό. Ένιωθα σίγουρη ότι ήμουν έτοιμη να πεθάνω.
Και το έκανα.
Όπως ένα φλας, η συνείδησή μου, ή η ψυχή ή το πνεύμα μου, άφησε το σώμα μου. Πετούσα προς τα πάνω, σε μια απίστευτη ταχύτητα, γρηγορότερα από τη σκέψη. Είχα ακόμα το σώμα μου, αλλά ήταν αιθέριο, ελαφρύ σαν φτερό. Θα μπορούσα να δω τα μικρά οβάλ σχήματα χιλιάδων γαλαξιών στα αριστερά μου, καθώς το παρελθόν απομακρυνόταν.
Μπροστά μου ήταν ένας πολύ φωτεινός πίνακας, σαν μια εξέδρα, και καθισμένα υπήρχαν όντα σε ανθρώπινη μορφή, λουσμένα στο φως. Είχαν κεφάλι και σώμα, και ήταν ντυμένα στα λευκά, αλλά δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τα πρόσωπά τους. Ήταν άγγελοι; Δικαστές; Δεν ξέρω. Τότε άρχισα να περιστρέφομαι σαν σβούρα, αν και η συνείδησή μου κοίταζε ευθείαν σε αυτούς. Περιστρέφομαι και κοιτάζω ευθεία μπροστά. Πώς είναι αυτό δυνατόν; Και αρχίζω να κλαίω. Πρέπει να είμαι νεκρή, σκέφτηκα, και άρχισα, χωρίς προτροπή ή χωρίς να μου το ζητήσει κάποιος, να διηγούμαι τις αμαρτίες της ζωής μου, και ήταν πολλές.
Ψέματα, εξαπατήσεις, κλοπές, λαιμαργία, σεξ, ναρκωτικά. Όλες οι μικρές και μεγάλες αμαρτίες ενός ανθρώπου. Μέσα από τα δάκρυά μου, παρακάλεσα για συγχώρεση.
Η ύπαρξη, που βρισκόταν στη μέση, μίλησε ήρεμα: «Έχεις συγχωρεθεί. Δεν είναι ώρα σου ακόμα». Αμέσως μεταφέρθηκα πίσω. Οι γαλαξίες ήταν στα δεξιά μου, όπως πετούσα προς το παρελθόν, με μια παράξενη αίσθηση που πηγαίνεις προς τα κάτω. Σε έναν κτύπο της καρδιάς ήμουν πίσω στο δωμάτιο του νοσοκομείου, στο σώμα μου, ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Μετά απ’ αυτό άρχισα να ανακάμπτω. Ίσως το φάρμακο έφερνε τελικά αποτέλεσμα. Μερικά χρόνια αργότερα, είχα την ευκαιρία να δω ιατρικά αρχεία μου. Μια σελίδα έγραφε: Η ανάκαμψη είναι εκπληκτική. Και έτσι ήταν.
Έφυγα από το νοσοκομείο μετά από πολλούς μήνες, με μπαστούνι, αφού οι μύες των ποδιών μου είχαν ατροφήσει. Για σχεδόν ένα χρόνο, έπρεπε κυριολεχτικά να σέρνομαι επάνω στα χέρια και τα γόνατά μου, για να ανεβαίνω τις σκάλες του σπιτιού μου. Σιγά-σιγά οι μύες έγιναν ισχυρότεροι. Μέχρι τη στιγμή της επέμβασης, για την αφαίρεση της υπόφυσης μου, είχα αναρρώσει πλήρως. Μαζί της χάθηκε και ο διαβήτης και η πίεση.
Σε αυτούς τους εννέα μήνες, μεταξύ της εξόδου μου από το νοσοκομείο και της χειρουργικής επέμβασης, άρχισα να γράφω ποίηση. Οι λέξεις έβγαιναν σε συνεχή ροή από μένα σαν την αναπνοή. Ήμουν τόσο χαρούμενη που ζούσα, που η αγάπη άρχισε να ξεχύνεται μέσω των ποιημάτων μου. Όπως και στις ιστορίες που έχω διαβάσει, για ανθρώπους που είχαν εμπειρία κοντά στο θάνατο, τα πάντα στη συνέχεια φωτίζονται με την αγάπη και την ειρήνη του μυαλού, με μια νέα αντίληψη της ζωής. Ξέρω πόσο πολύτιμο δώρο είναι η σύντομη ζωή μας. Μας δίνεται η ευκαιρία, λοιπόν, να δώσουμε την αγάπη και μέσα από τη δική μας αγάπη, την αγάπη του Θεού για μας…»

«Το πραγματικό νόημα της ευτυχίας δεν μπορεί να αναζητηθεί στον πάτο ενός μπουκαλιού»
H εικόνα που μου έρχεται στο μυαλό κάθε φορά που ακούω «αλκοολικός» είναι ένας βρώμικος γέρος, σε ένα παγκάκι, να πίνει μέσα από ένα μπουκάλι, τυλιγμένο σε μια καφέ χάρτινη σακούλα. Ποτέ μου δεν είχα σκεφτεί μια νεαρή επιχειρηματία, όπως είμαι εγώ, να υποπέσει σε τέτοια κατάσταση. Πριν από οκτώ χρόνια όμως, αυτό ακριβώς μου συνέβη. Και δεν είχα συνειδητοποιήσει τίποτα, μέχρι τη στιγμή που έφτασα στον πάτο.
Ήμουν 16 χρόνων, όταν δοκίμασα για πρώτη φορά ένα ποτήρι κρασί και δεν πίστευα πόση αυτοπεποίθηση μπορούσε να μου προσφέρει. Μου άρεσε. Ξεκίνησα να πίνω κάθε φορά που έβγαινα με τα κορίτσια. Όταν μεθούσα, γινόμουν η ψυχή της παρέας. Ένιωθα ελεύθερη να πω και να κάνω ό,τι θέλω, χωρίς ντροπή, χωρίς δισταγμούς. Καθώς μεγάλωνα, το αλκοόλ είχε γίνει μέρος της καθημερινής μου ζωής, ενώ δεν ήταν λίγες οι νύχτες που έφτανα στην κατάχρηση.
Το 2003, γνώρισα το Στέφανο μέσα από τη δουλειά μου και τον ερωτεύτηκα. Ο Στέφανος ήταν 14 χρόνια μεγαλύτερός μου και είχε δύο παιδιά, τον Χάρη, τώρα 16 και τον Νικόλα, 12 χρόνων. Λίγο καιρό μετά τη σχέση μας, ο Στέφανος και εγώ αποφασίσαμε να κάνουμε το πρώτο μας κοινό επιχειρησιακό βήμα. Επενδύσαμε λοιπόν σε ένα εστιατόριο. Ήμουν τόσο ενθουσιασμένη με την ιδέα της λειτουργίας μιας επιχείρησης.
Ωστόσο, η θέση του αφεντικού ήταν σκληρή. Οι μέρες ήταν κουραστικές και αγχωτικές. Τα περισσότερα απογεύματα, μόλις τελείωνα το σερβίρισμα του μεσημεριανού γεύματος, ένιωθα την ανάγκη να περπατήσω λίγο στη θάλασσα. Να καθαρίσει το μυαλό μου, να ηρεμήσω. Μια μέρα παρήγγειλα ένα ποτήρι κρασί, από ένα καφέ κοντά στη θάλασσα. Καθώς επέστρεφα στη δουλειά ήταν λες και είχα ελατήρια στα πόδια. Τόσο ανάλαφρη ένιωθα. Το άγχος είχε φύγει. Το καθιέρωσα λοιπόν. Ξεκίνησα με ένα ποτό με το μεσημεριανό γεύμα μου, κάθε μέρα. Με βοηθούσε να αντιμετωπίσω το άγχος μου.
Σύντομα, ήθελα το «ηρεμιστικό» μου νωρίτερα μέσα στη ημέρα. Γιατί να περιμένω μέχρι το μεσημεριανό για να είμαι ήρεμη;
Γρήγορα έγινε ο κανόνας να πίνω ένα ποτήρι βότκα, μόλις έφτανα στο εστιατόριο. Πήγαινα στο σπίτι του Στέφανου μεθυσμένη και να ξυπνούσα με φρικτούς πονοκεφάλους. Για να τους αντιμετωπίσω, χρειαζόμουν απλώς άλλο ένα ποτό, βότκα συνήθως, που είχα δίπλα, στο κομοδίνο μου. Δεν έπινα πολύ στο σπίτι, έτσι ο Στέφανος δε γνώριζε την πλήρη εικόνα του προβλήματος. Αλλά ήξερε αρκετά, για να ανησυχήσει και να με παρακαλέσει να το κόψω.
Αλλά δε με ένοιαζε. Πολύς κόσμος πίνει για αντιμετωπίσει την όποια κατάσταση τον απασχολεί. Δεν ήταν πως υπέφερα.
Εξακολουθούσα να διαχειρίζομαι μια επιτυχημένη επιχείρηση, ήμουν ακόμα υπό έλεγχο. Ή τουλάχιστον έτσι πίστευα.
Τα επόμενα χρόνια, η συνήθειά μου κλιμακωνόταν. Έφτασα στο σημείο να πίνω τέσσερις διπλές βότκες με χυμό πορτοκάλι στο πρωινό και κατά τη διάρκεια της ημέρας συνέχιζα τη βότκα. Στο σπίτι, χαλάρωνα με τη βοήθεια δύο μπουκαλιών κρασί. Οι φίλοι μου και η οικογένειά μου ήταν δίπλα μου, αλλά τα λόγια τους έπεφταν στο κενό.
Όσο με ρωτούσε ο Στέφανος, τόσο έκρυβα τη συνήθειά μου, προσποιούμενη ότι είχα σταματήσει να πίνω. Βαθιά μέσα μου ήξερα ότι είχα πρόβλημα, αλλά η στιγμή που πραγματικά έφτασα πάτο ήταν όταν έπεσα πάνω σε ένα σταθμευμένο αυτοκίνητο. Η Αστυνομία μού έκανε αλκοτέστ και όταν το επίπεδο αλκοόλ στο αίμα μου φάνηκε πως ήταν έξι φορές πάνω από το επιτρεπτό όριο, κατάρρευσα. Θα μπορούσα να βλάψω κάποιον, λόγω της βλακείας μου. Συνειδητοποίησα ότι δυσκολευόμουν να θυμηθώ τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής μου. Ήταν μια θολή ομίχλη. Δε ζούσα, δεν υπήρχα.
Η αστυνομία δήλωσε ότι δε θα μου προσαπτόταν μεγαλύτερη κατηγορία από το χρηματικό πρόστιμο, αν αναζητούσα κάποια βοήθεια. Δε χρειαζόταν να το ακούσω για δεύτερη φορά. Πείστηκα πως είχα πρόβλημα. Όμως, μέρος του εαυτού μου πολύ δύσκολα μπορούσε να το δεχτεί. Πώς είχα εθιστεί στο αλκοόλ; Είχα ένα συνέταιρο, μια οικογένεια και μια επιχείρηση.
Νευρικά, παρακολούθησα την πρώτη συνεδρίαση Ανώνυμων Αλκοολικών, στη Λεμεσό, αν και δεν είναι η πόλη μου. Ντρεπόμουν να συναντηθώ με άτομα της πόλης μου, αν και όλοι οι γνωστοί μου γνώριζαν το πρόβλημά μου. Οι συνεδριάσεις ήταν αγγλόφωνες, αλλά αυτό δε με ενόχλησε καθόλου. Προς έκπληξή μου, υπήρχαν και άλλες κοπέλες στην ομάδα, οι οποίες μάλιστα με αγκάλιασαν από την πρώτη στιγμή. Ακούγοντας τον τρόπο με τον οποίο άλλαξε η ζωή τους, συνειδητοποίησα πως θα μπορούσα να το κάνω και εγώ. Τίποτα δεν είναι αδύνατο, αν πραγματικά το θέλεις.
Παραδέχτηκα πως είμαι αλκοολική.
Έπειτα, πήρα την απόφαση να μην πιω ξανά. Κλειδώθηκα στο σπίτι, αποφασισμένη να κόψω την κακή συνήθεια μια και καλή. Ο Στέφανος παρέμεινε στο πλευρό μου, όσο προσπαθούσα να αποβάλω το αλκοόλ από το σύστημά μου.
Ήταν δύσκολο, αλλά σιγά-σιγά κατάφερα να απαλλαχτώ από το μόνιμο πονοκέφαλό μου. Όταν πια η ζωή μου καθάρισε από την ομίχλη που τη σκέπαζε, τα πράγματα άρχισαν να πηγαίνουν καλύτερα. Έπαιζα με τα παιδιά και την επόμενη μέρα μπορούσα να το θυμηθώ.
Η σχέση μου με τον Στέφανο βελτιώθηκε πάρα πολύ. Τρεις μήνες μετά την αποτοξίνωσή μου, μου έκανε πρόταση γάμου. Θα φυλάω αυτή την ανάμνηση σαν θησαυρό και είμαι τόσο ευγνώμων που ήμουν νηφάλια, όταν συνέβη. Και έπειτα, ακόμα μεγαλύτερη χαρά όταν έμαθα πως είμαι έγκυος.
Τώρα πια, η ζωή μου είναι αφιερωμένη στα παιδιά μου και την οικογένειά μου. Είμαι νηφάλια έξι χρόνια τώρα και είμαι ευτυχής που συνειδητοποίησα πως το πραγματικό νόημα της ζωής δεν μπορεί να αναζητηθεί στον πάτο ενός μπουκαλιού. Υπάρχουν πολύ περισσότερα, απ’ ό,τι μπορεί να σου προσφέρει ένα ποτό.

«Ονομάζομαι Ειρήνη και είμαι περήφανη που επέζησα και ξεπέρασα τους φόβους μου. Στόχος μου είναι να μοιραστώ τις εμπειρίες μου, για να βοηθήσω όσους υπόκεινται σε ενδοοικογενειακή βία να βρουν τη δύναμη να αλλάξουν τη ζωή τους και να σπάσουν τον κύκλο της βίας.
Το έγκλημά μου είναι πως αγάπησα. Στα 21 μου γνώρισα και αγάπησα έναν όμορφο άντρα. Ήμασταν πολύ ευτυχισμένοι μαζί. Για μένα ήταν το είδωλό μου. Η ζωή ήταν ωραία εκείνες τις μέρες. Όμορφη, γλυκιά. Και μιλώ για τις μέρες πολύ πριν παντρευτούμε. Εκείνες που ήταν να διαρκέσουν μόνο για μικρό χρονικό διάστημα.
Στην αρχή οι γονείς μου δεν ήταν πολύ ενθουσιασμένοι με την ιδέα του γάμου μου, σε τόσο νεαρή ηλικία. Ψέματα, δεν ήταν μόνο αυτό. Περίμεναν κάτι καλύτερο για την κόρη τους. Βλέπετε, καταγόμουν από μια αρκετά εύπορη οικογένεια. Περνούσε απ’ το μυαλό τους ότι πολλοί επίδοξοι γαμπροί θα πλησίαζαν την κόρη τους για προσωπικό τους όφελος. Παρά την αυστηρότητά τους, κατάφερα να τους πείσω.
Αφού παντρευτήκαμε, όμως, άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτες ρωγμές. Όταν πήρε χρήμα στα χέρια του, θεώρησε πως ο ουρανός ήταν το όριό του και άρχισε να εκδηλώνει τον πραγματικό του εαυτό. Ξενυχτούσε μέχρι αργά το βράδυ, έλεγε ξεδιάντροπα ψέματα σε όλους, μεθούσε, μα το χειρότερο έγινε βίαιος. Παρ’ όλα αυτά τον αγαπούσα πολύ. Τον περίμενα μέχρι αργά να επιστρέψει σπίτι και όταν δεν επέστρεφε, έκλαιγα μέχρι να αποκοιμηθώ. Εν αγνοία μου, έπαιζε χαρτιά και πήγαινε με άλλες γυναίκες. Οι ελπίδες και τα όνειρά μου για οικογενειακή ευτυχία έσπασαν. Ακόμα και μέσα από τα ροζ γυαλιά που φορούσα, άρχισα να συνειδητοποιώ πως η αγάπη μας ήταν μονόπλευρη. Είχα γίνει ο φυσικός του σάκος του μποξ. Όταν ερχόταν στα συγκαλά του, πολύ συχνά ζητούσε συγγνώμη για την κακή του συμπεριφορά. Συνεχώς τον συγχωρούσα. Δεν είχα αναφέρει σε κανέναν τις βίαιες επιθέσεις του. Ούτε στις Αρχές, ούτε καν στην οικογένειά μου.
Όσο πήγαινε χειροτέρευε. Η σωματική, συναισθηματική και ψυχική κακοποίηση μετατοπιζόταν σε άλλο επίπεδο. Ψηλότερο. Ως εκ τούτου, αποφάσισα να μη κρύβω το κεφάλι πια στην άμμο, ούτε να βυθίζομαι στην αυτολύπηση και επιτέλους να βγω από την άρνηση στη οποία βρισκόμουν. Συχνά αναρωτιόμουν: «Μπορεί ένα μαυρισμένο μάτι να αποτελεί έκφραση αγάπης;». Τον αγαπούσα, αλλά πρώτα απ’ όλα έπρεπε να αγαπήσω τον εαυτό μου. Δε θα ανεχόμουν πια τη βία. Ορκίστηκα πως την επόμενη φορά που θα με χτυπούσε, θα έκανα κάτι γι’ αυτό. Η επόμενη φορά δεν άργησε πολύ. Με χτυπούσε σαν λυσσασμένος. Νόμιζα πως θα πέθαινα.
Ένιωθα το κορμί μου να παραλύει. Μετά τη δοκιμασία μου, κατάφερα να σύρω τον εαυτό μου στο σαλόνι και με όση δύναμη μού είχε απομείνει, άπλωσα το χέρι, άρπαξα το τηλέφωνο και βρήκα το θάρρος επιτέλους να καλέσω την αστυνομία, προτού λιποθυμήσω. Κατά τη διάρκεια της νύχτα συνελήφθη, αν και δεν είχα κάνει μήνυση. Την επόμενη μέρα επέστρεψε μετανιωμένος. Τα δάκρυά του έτρεχαν ποτάμι. Λύγισα και πάλι, τον συγχώρησα. Θεώρησα πως έμαθε από το πάθημά του. Τα πράγματα έγιναν καλύτερα και λίγους μήνες μετά, έμεινα έγκυος. Και πάλι όμως γελάστηκα. Δεν άργησε να ξεκινήσει τα ίδια. Όποτε έβγαινε έξω, γινόταν άλλος άνθρωπος. Πολλές φορές είχα σκεφτεί πως θα έχανα το μωρό μου απ’ το ξύλο. Ήταν θαύμα πως και γλίτωσε.
Λόγω του στρες και της σωματικής κακοποίησης, τα νερά μου έσπασαν στους 6 μήνες. Το μωρό μου γεννήθηκε πολύ πρόωρα, 13 βδομάδες νωρίτερα απ’ ό,τι έπρεπε. Ευτυχώς επέζησε. Πλέον όμως ζούσα περισσότερο ως μονογονιός. Είχα παραιτηθεί πια στη μοίρα μου.
Μια μέρα, ενώ καυγαδίζαμε, μου επιτέθηκε. Ένα από τα χτυπήματά του, όμως, προσγειώθηκε στο γιο μου, ενώ τον κρατούσα στην αγκαλιά μου. Το μικρό τρομοκρατήθηκε και ούρλιαζε ασταμάτητα. Όταν κατάφερα να το ηρεμήσω, κάλεσα την αστυνομία και αυτοί με τη σειρά τους ενημέρωσαν τις Κοινωνικές Υπηρεσίες. Συνελήφθη και πάλι.
Η αλήθεια είναι πως δε έζησα τη βία μόνο από το σύζυγό μου. Ο πατέρας μου, αν και όχι σε τόσο βαθμό, μας χτυπούσε πολύ συχνά. Νόμιζα, λοιπόν, πως αυτός ήταν ο φυσιολογικός τρόπος ζωής. Συχνά ένιωθα υπεύθυνη για τη συμπεριφορά του συζύγου μου. Άρχισα να αμφισβητώ τη λογική μου. Ένιωθα ντροπή να μιλήσω στην οικογένειά μου. Τελικά έσπασα τη σιωπή μου και τους ενημέρωσα. Με την ενθάρρυνσή τους ζήτησα βοήθεια. Πήρα την απόφαση να τραπώ σε φυγή. Επιτέλους κατάφερα να αλλάξω πορεία στη ζωή μου.
Κατάφερα να ξαναφτιάξω τη ζωή μου. Βίωσα την επιτυχία στη δουλειά μου και την προσωπική μου ζωή. Και πλέον έχω τη δύναμη, το θάρρος και την αυτοπεποίθηση να μοιράζομαι την ιστορία μου μαζί σας…»

Οι ιστορίες με μικρά ζωάκια που σώζουν τις ζωές των ιδιοκτητών τους είναι πάντα συγκινητικές και πολύ ενθαρρυντικές. Έχει ειπωθεί για το σκύλο πως είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου, λόγω της άνευ όρων αγάπης του και της πίστης τόσο στα αφεντικά του, όσο και σε αγνώστους. Μερικές φορές μπορεί να γίνει και ο σωτήρας τους. Μια τέτοια διάσωση μιας ηλικιωμένης γυναίκας από το σκύλο της περιγράφει η ιστορία που ακολουθεί, η οποία έχει συγκινήσει όλους όσοι είχαν την τύχη να την ακούσουν.
Κάθε ιδιοκτήτης κατοικίδιου αισθάνεται πως το δικό του ζωάκι είναι το καλύτερο, το πιο χαριτωμένο, το πιο ταλαντούχο, το πιο έξυπνο… Το ξεχωριστό τεριέ, όμως, της ιστορίας μας έχει αποδείξει τις ικανότητές του στην 78χρονη ιδιοκτήτριά του και πράγματι της έχει δώσει την ευκαιρία να καυχιέται γι’ αυτό. Σ’ όλη της τη ζωή, η κ. Κατερίνα υπήρξε φιλόζωη, αλλά ποτέ δε φανταζόταν πως θα ερχόταν η στιγμή που αυτή η αγάπη θα της επιστρεφόταν με τον καλύτερο τρόπο.
Ένα βράδυ του Ιανουαρίου, είχε βγει στην πίσω αυλή του σπιτιού της, για να βάλει τροφή στα καναρινάκια της. Παρ’ όλο που έκανε πολύ κρύο έξω, η κ. Κατερίνα δεν πήρε το παλτό της μαζί, αφού σκέφτηκε πως για μια στιγμή μονάχα θα έμενε έξω. Η ίδια δε θυμάται τι συνέβη στη συνέχεια, η αλήθεια είναι όμως πως υπέστη καρδιακή προσβολή και εγκεφαλικό επεισόδιο.
Έπεσε κάτω και όταν συνήλθε, συνειδητοποίησε πως βρισκόταν στη λάσπη. Το σκυλί της, η Σούζαν, την είχε ακολουθήσει μέχρι έξω. Γαύγιζε συνεχώς, όμως κανείς δεν έδωσε σημασία, κανείς δεν ήρθε. Η Σούζαν έμεινε δίπλα στην κ. Κατερίνα για 20 ολόκληρες ώρες μέσα στη νύχτα, στη βροχή.
Τώρα πια, μήνες μετά, η κ. Κατερίνα και η Σούζαν, μαζί η μία δίπλα στην άλλη, κάθονται στο κατώφλι του σπιτιού τους, πολύ πιο ήρεμες. «Εδώ καθόμαστε για τον καφέ μας, όταν ο καιρός είναι καλός», λέει η κ. Κατερίνα. Μιλά για τη Σούζαν με τα καλύτερα λόγια και την αποκαλεί καλύτερή της φίλη.
Μετά από το εγκεφαλικό επεισόδιο και την καρδιακή προσβολή, η κ. Κατερίνα πέρασε τις επόμενες έξι βδομάδες στο νοσοκομείο.
Η ζωή της μετά απ’ αυτό που της συνέβη άλλαξε ριζικά. Πλέον ζει την κάθε μέρα λες και είναι η τελευταία, αλλά το κυριότερο έμαθε να εκτιμά το σκυλάκι της περισσότερο από ποτέ.
Οι γιατροί υποστηρίζουν πως το πιο πιθανόν είναι πως δε θα κατάφερνε να επιβιώσει τη νύχτα εκείνη, αν η Σούζαν δεν ήταν δίπλα της, κρατώντας τη ζεστή.
Η κ. Κατερίνα νιώθει ευλογημένη που είναι σε θέση να φροντίζει τη Σούζαν και το σπίτι της. «Μου έσωσε τη ζωή, πραγματικά το πιστεύω.»
Όταν ρωτήθηκε τι σκεφτόταν όση ώρα ήταν έξω στη νύχτα, μέχρι να έρθει βοήθεια, η κ. Κατερίνα είπε πως προσευχόταν. Σκεφτόταν επίσης τους άστεγους, που είναι αναγκασμένοι να το περνούν αυτό κάθε βράδυ. Η ίδια τουλάχιστον είχε τη Σούζαν που είχε κουλουριασθεί στην αγκαλιά της, γλείφοντας το πρόσωπό της και κρατώντας τη ζεστή.
Η ιστορία τους δεν προκαλεί μόνο συγκίνηση, αλλά δίνει μαθήματα ζωής. Τα συμπαθητικά τετράποδα δεν έχουν σκοπό απλά και μόνο να μας κρατούν συντροφιά. Η πίστη και η αφοσίωσή τους καμιά φορά είναι μεγαλύτερη και απ’ των πιο κοντινών μας ανθρώπων. Την επόμενη φορά λοιπόν που θα δείτε ένα αδέσποτο, θυμηθείτε πως μια δική σας καλή πράξη αρκεί για να κερδίσετε τον πιο πιστό και ευγνώμονα φίλο της ζωής σας.

Μια γυναίκα μιλά για την εμπειρία που της σημάδεψε τη ζωή
«Έβγαινα με τον Κώστα για έξι μήνες περίπου, όταν ανακάλυψα πως ήμουν έγκυος. Αυτός δεν ήθελε το παιδί, με τη δικαιολογία πως ήμασταν μόνο 18 χρόνων και ακόμα δεν είχαμε ζήσει τίποτα. Μια αποβολή θα ήταν απλά μια δεύτερη ευκαιρία για τον ίδιο.
Εγώ απ’ την άλλη, δεν ήθελα να σκοτώσω την ψυχούλα που είχα μέσα μου. Δεν ήξερα σε ποιον να στραφώ. Η οικογένειά μου ήταν πολύ κοντά στην εκκλησία, πολύ αυστηρών αρχών και σίγουρα εναντίον των αμβλώσεων. Οι κοντινοί μου φίλοι, στους οποίους κατέφευγα σε κάθε σοβαρό μου πρόβλημα , ήταν επίσης πολέμιοι των αμβλώσεων. Στο μόνο πρόσωπο που μπορούσα να μιλήσω ήταν ο Κώστας και μερικές γνωστές μου, που ήξερα πως είχαν αποβολές στο παρελθόν. Όλοι τους με ενθάρρυναν να προβώ σε άμβλωση, άσχετα με το τι θεωρούσα σωστό ή λάθος. Ένιωσα πιεσμένη. Έμαθα από γνωστές μου μια κλινική στην Ελλάδα. Ήμουν πολύ φοβισμένη. Έκανα την έκτρωση τον Οκτώβριο του 2009.
Δε θυμάμαι πολλά απ’ αυτήν, αφού μου έδωσαν κάτι για να χαλαρώσω. Θυμάμαι όμως να τους λέω πως πονάω. Ακόμα και αν δεν μπορώ να θυμηθώ τον πόνο, θα πρέπει να ήταν πολύ οδυνηρό, αν σκεφτεί κανείς πως πονούσα ακόμα και υπό την επήρεια παυσίπονου. Αφού τελείωσε η έκτρωση με οδήγησαν στο δωμάτιο ανάρρωσης, όπου υπήρχαν ακόμα τρία κορίτσια που είχαν κάνει έκτρωση. Ο Κώστας δεν ήταν σε θέση να είναι μαζί μου, επειδή η παρουσία του θα ήταν δυσάρεστη στα άλλα κορίτσια. Ένιωθα ένα τεράστιο κενό. Αφού βγήκα απ’ την κλινική, πονούσα για βδομάδες και είχα συχνά κράμπες και κηλίδες αίματος. Κάλεσα στην κλινική αρκετές φορές για να βεβαιωθώ πως ήταν φυσιολογικά τα συμπτώματα και μου απάντησαν πως αφού δεν είχα πυρετό ήταν φυσιολογικά.
Από την άμβλωση και ύστερα η περίοδός μου ήταν κανονική. Τον τελευταίο χρόνο, όμως, είχα καθυστέρηση τριών μηνών και έπρεπε να μου χορηγήσουν μια ορμόνη, για να κανονιστεί ο κύκλος μου. Και πάλι όμως είχα καθυστέρηση δύο μηνών και έτσι αποφάσισα πως ήταν καιρός να εξεταστώ από γυναικολόγο. Πήγα για τον ετήσιο έλεγχό μου και ανακάλυψα ότι έχω κύστες στις ωοθήκες, καθώς και ένα ουλώδη ιστό στη μήτρα μου. Όπως μου εξήγησε ο γυναικολόγος, η ουλή ήταν από την έκτρωση και το πιο πιθανόν να μην είμαι σε θέση να αποκτήσω παιδιά. Σκέφτηκα τη ζωή μου στο μέλλον. Όταν θα παντρευόμουν και θα ήθελα να αποκτήσω οικογένεια. Η άμβλωση μού προκάλεσε τόσα πολλά προβλήματα στη ζωή μου. Πέραν της κατάθλιψης και των διατροφικών διαταραχών, τα χειρότερα ήταν η ενοχή και η λύπη. Μου είναι πολύ δύσκολο να είμαι κοντά σε μωρά στην ηλικία που θα ήταν το δικό μου, αν αποφάσιζα να το κρατήσω. Με τον Κώστα δεν είμαστε τώρα πια μαζί. Μετά από δυόμισι χρόνια συνειδητοποίησα πόσο είχα κακοποιηθεί λεκτικά και σε ποιο βαθμό είχα χειραγωγηθεί. Κοιτάζω πίσω και το μόνο καλό είναι πως πλέον έμαθα απ’ τα λάθη μου.
Η κάθε εμπειρία σάς αναπτύσσει. Την ιστορία μου μόνο να τη μοιραστώ μπορώ μαζί σας, μιας και είναι αδύνατο να πάω πίσω και να αλλάξω την απόφαση που πήρα».

Δεν περίμενε κανένας πως η Μαρίνα θα επιζούσε μετά το ατύχημα. Κατάφερε όμως να διαψεύσει τους γιατρούς, με τη βοήθεια της μικρής της κόρης.
Κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο του δωματίου της στο Κέντρο Αποκατάστασης, τα μάτια της Μαρίνας πλημμυρίζουν με δάκρυα, καθώς αντικρίζει το σύζυγό της Πέτρο και τη μικρή της Δάφνη να φτάνουν.
«Είναι πανέμορφη», μονολογεί η 35χρονη Μαρίνα για την ενός έτους κορούλα της. Η μικρούλα ντυμένη στα ροζ είναι κάτι παραπάνω από αξιολάτρευτη για τους γονείς της. Ο Πέτρος πιστεύει ότι το μωρό είναι υπεύθυνο για το θαύμα, που έφερε τη σύζυγό του πίσω από το θάνατο και από το οκτώ εβδομάδων κώμα της. Δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει κανένας από τους δύο την πλήρη ανάρρωση της Μαρίνας, μετά το ατύχημα. «Κάθε μέρα ήταν ένα μικρό θαύμα. Η πρόοδος της Μαρίνας ήταν πολύ ραγδαία», δηλώνουν οι ίδιοι οι γιατροί.
Η οικογένεια έχει περάσει πολλά από εκείνη τη φοβερή μέρα στις 12 του Απρίλη, που τους άλλαξε για πάντα τη ζωή. Λίγο πριν τις τέσσερις το απόγευμα, σε μια φαινομενικά συνηθισμένη μέρα, η Μαρίνα έπαιρνε βόλτα με το παιδικό καροτσάκι το αγγελούδι της, στο πεζοδρόμιο κατά μήκος του πάρκου, όταν ένα αυτοκίνητο πέρασε ξυστά από δίπλα της, παρασύροντας μαζί του την άτυχη κοπέλα με το μωρό της και μαζί τους τα όνειρα για το μέλλον. Η ζωή της Μαρίνας κρεμόταν από μια κλωστή. Η ίδια και το μωρό μεταφέρθηκαν εσπευσμένα στο κοντινότερο νοσοκομείο. Η μικρή Δάφνη είχε διαγνωστεί με σπασμένο αριστερό ώμο και αιμορραγία στον εγκέφαλο. Ο Πέτρος ήταν απαρηγόρητος. «Η Μαρίνα έλεγε πως ποτέ δεν κλαίω», θυμάται. «Έλεγε πως είμαι άκαρδος, γιατί ποτέ δεν είχα ρίξει ούτε ένα δάκρυ. Τότε, όμως, για ένα 48ωρο δε σταμάτησα να κλαίω. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ για ενάμιση μήνα. Ήταν πάρα πολύ δύσκολο. Οι οικείες μυρωδιές μού ήταν δυσβάσταχτες. Μας είχαν πει πως αν η Μαρίνα κατάφερνε να επιζήσει τις πρώτες επτά νύχτες – είχαμε πιθανότητες 50/50 -, στην καλύτερη των περιπτώσεων θα έμενε για πάντα φυτό σε μια αναπηρική καρέκλα. Στην αρχή ήμουν έτοιμος να καταρρεύσω, και θα κατέρρεαν αν δεν ήταν η Δάφνη.»
Αλλά το μωρό δε βοήθησε μόνο τον πατέρα του να παραμείνει δυνατός. Το δέσιμο που είχε με τη μητέρα της θα μπορούσε να τη σώσει. «Η Μαρίνα είχε ένα τόσο ισχυρό δέσιμο με αυτό το παιδί, που ήταν το μόνο που μπορούσαμε να σκεφτούμε πως θα μπορούσε να τη βοηθήσει», λέει ο Πέτρος. «Ήταν μια καλή ιδέα», παραδέχεται τώρα πια η Μαρίνα. Ως μέρος της διαδικασίας αποκατάστασης, ο Πέτρος έβαζε τις πιτζάμες της Μαρίνας στην κούνια της Δάφνης στο νοσοκομείο και ένα από τα φανελάκια της Δάφνης κάτω από το μαξιλάρι της Μαρίνας. «Αγαπώ τη μυρωδιά της», λέει η Μαρίνα. Και όταν η Δάφνη βγήκε επιτέλους από το νοσοκομείο, ο Πέτρος την πήρε για να δει τη μητέρα της αμέσως. Με βάση τις οδηγίες και των ίδιων των γιατρών, η μικρή Δάφνη τοποθετήθηκε στην αγκαλιά της μητέρα της, απλά και μόνο για να έρθουν σε επαφή και να μυρίσουν η μια την άλλη.
Μετά από ένα μήνα και κάτι, συνέβη το θαύμα. Η Μαρίνα είχε δείξε σημάδια ανάκαμψης, που κανένας δεν είχε προσέξει. «Όταν μπήκα εκείνο το πρωί και τη χαιρέτισα, όπως έκανα κάθε μέρα, γύρισε το κεφάλι, άνοιξε τα μάτια της και με κοίταξε για πρώτη φορά. Το χέρι της κινήθηκε προς τη Δάφνη», θυμάται ο Πέτρος. «Έτρεξα κοντά της, την αγκάλιασα, αγκαλιαστήκαμε και οι τρεις μας. Μόνο για λίγα λεπτά όμως πριν επιστρέψει και πάλι στο κώμα της. Ήταν μια παράξενη στιγμή.» Αργότερα η Μαρίνα θα έλεγε πως θυμάται πολύ καλά αυτή τη στιγμή και την αίσθηση της κορούλας της.
Ήξερε πως έπρεπε να βγει απ’ το κώμα γι’ αυτήν. Και τα κατάφερε. Εννιά μήνες μετά, η Μαρίνα βγήκε απ’ το νοσοκομείο. Συνεχίζει να παρουσιάζει εκπληκτική πρόοδο, αφού μέχρι στιγμής κατάφερε να περπατήσει 30 μέτρα. Επόμενος στόχος είναι να βγει εντελώς από το αναπηρικό κάθισμα. Ενώ είναι πολύ ευγνώμων για όλη την αγάπη γύρω της, η Μαρίνα παραδέχεται πως η Δάφνη ήταν αυτή που την ενέπνευσε περισσότερο για την αξιοσημείωτη ανάκαμψή της. Είναι η κινητήριος δύναμή της για να τα πάει καλύτερα. Πλέον μπορεί να κάνει και πάλι σχέδια μαζί με το σύζυγό της να μεγαλώσουν ακόμα περισσότερο την οικογένειά τους…
Πότε μια φιλία είναι αληθινή;
Γνωριστήκαμε με τη Μαρία στην καινούργια μου δουλειά και γίναμε αμέσως φίλες. Υπήρχε μια διαφορά ηλικίας 11 χρόνων, αλλά αυτό δε μας ενοχλούσε. Είχε ένα οκτάχρονο αγοράκι, ο οποίος με λάτρεψε απ’ την πρώτη στιγμή που γνωριστήκαμε. Περνούσαμε το μεγαλύτερο μέρος της μέρας μαζί στη δουλειά, αλλά αυτό δε μας εμπόδιζε απ’ το να βγαίνουμε και τα απογεύματα μαζί. Τρώγαμε μεσημεριανό μαζί και πολλές φορές την επισκεπτόμουν στο σπίτι, για να βλέπω το γιο της. Εκμυστηρευτήκαμε τα πάντα η μια στην άλλη και ειλικρινά αισθάνθηκα πως βρήκα μια αληθινή φίλη. Μπορούσα να της μιλώ άνετα για τα πάντα, το ίδιο και αυτή.
Κάτι άλλαξε μεταξύ μας, όμως, όταν τέσσερις μήνες μετά άρχισα να βγαίνω με το σύντροφό μου. Ήμουν τόσο χαρούμενη που ήρθε στη ζωή μου ο Νίκος, κάτι που δεν έβρισκε σύμφωνη τη Μαρία. Μου έλεγε πως δεν ήταν αρκετά καλός για μένα και ότι θα έπρεπε να χωρίσω όσο ήταν νωρίς. Εγώ απλά την αγνοούσα. Ήμουν πραγματικά ευτυχισμένη και τίποτα δεν μπορούσε να το αλλάξει αυτό.
Ο Νίκος υποστήριζε πως η Μαρία απλά ζήλευε τη σχέση μας και η αλήθεια είναι πως άρχισα να νιώθω πως ανταγωνίζονταν μεταξύ τους. Όταν ήμουν με το Νίκο, η Μαρία συνεχώς έστελνε μηνύματα για να συναντηθούμε και το αντίστροφο. Οκτώ μήνες μετά τη σχέση μου με το Νίκο, παρατήρησα πως η Μαρία άρχισε να συναναστρέφεται με άλλες κοπέλες στη δουλειά, κοπέλες που δε φημίζονταν για τη συναδελφικότητά τους. Αυτό δε με ενόχλησε, η Μαρία θα μπορούσε να είναι φίλη με όποια ήθελε, απλά εγώ προτιμούσα να απέχω από τη συγκεκριμένη «κλίκα» στη δουλειά.
Λίγους μήνες αργότερα, ανακάλυψα πως ήμουν έγκυος. Το πρώτο πρόσωπο στο οποίο τηλεφώνησα, μετά το Νίκο φυσικά, ήταν η Μαρία. Και για μεγάλη μου απογοήτευση η απάντηση που πήρα ήταν: «Θα μιλήσουμε τη Δευτέρα». Μπερδεύτηκα κάπως απ’ τη στάση της, όμως ο ενθουσιασμός μου δε με άφησε να την επεξεργαστώ περισσότερο.
Όταν πήγα στη δουλειά τη Δευτέρα, φαινόταν κάπως ενοχλημένη μαζί μου, μετά βίας μού μιλούσε και συμπεριφερόταν παράξενα. Όταν καταφέραμε να βρεθούμε λίγο μόνες, μου είπε πως ήταν εγωιστικό εκ μέρους μου να κρατήσω το μωρό. Όπως προέβλεπε, ο Νίκος θα με εγκατέλειπε και θα έμενα μόνη να μεγαλώσω το μωρό. Είπε επίσης πως δεν ήταν δίκαιο που έμεινα έγκυος, ενώ η φίλη της είχε πρόσφατα μια αποτυχημένη εγκυμοσύνη. Δεν πίστευα τι άκουγα. Είχα μείνει άναυδη. Αγωνίστηκα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Της είπα πως λυπόμουν πραγματικά για τη φίλη της, αλλά αυτό δε σήμαινε πως εγώ δεν είχα το δικαίωμα να μεγαλώσω το δικό μου μωρό.
Μετά απ’ αυτό δε μου μιλούσε καθόλου στη δουλειά και ξεκίνησε ο «πόλεμος». Μιλούσε για μένα πίσω απ’ την πλάτη μου και προσπάθησε να τους στρέψει όλους εναντίον μου. Έφτασα στο σημείο να φοβάμαι να πάω δουλειά.
Το αποκορύφωμα ήταν όταν έλειψα για μερικές μέρες απ’ τη δουλειά. Μια βδομάδα μετά την επιστροφή μου, έλαβα ένα τηλεφώνημα από το διευθυντή, ο οποίος με καλούσε να μιλήσουμε, αφού έλαβε παράπονα από τους συναδέλφους μου για απότομη συμπεριφορά στο γραφείο. Κόντευα να τρελαθώ. Ήμουν 18 εβδομάδων έγκυος και κινδύνευα να χάσω τη δουλειά μου.
Μετά από δύο συναντήσεις με το διευθυντή και τρεις αγχωτικούς μήνες, αποδείχθηκε πως δεν υπήρχαν αρκετά αποδεικτικά στοιχεία, που να δικαιολογούσαν τα παράπονα, και εγώ είχα μάρτυρες για τον «πόλεμο» που δεχόμουν αρκετό καιρό τώρα. Επέστρεψα στην εργασία μου, σε μια νέα, όμως, θέση, όπου ευτυχώς με υποδέχτηκαν πολύ ένθερμα.
Έξι μήνες μετά, έφερα στον κόσμο ένα υπέροχο αγοράκι. Ο Νίκος και εγώ δεν νιώσαμε ποτέ μέχρι τότε τόση ευτυχία. Έχω επηρεαστεί πάρα πολύ απ’ όσα έχουν συμβεί. Δεν εμπιστεύομαι κανέναν και πλέον δεν ανοίγομαι τόσο εύκολα στους ανθρώπους. Ξεπέρασα όσα μου έκαναν στη δουλειά και βγήκα πιο δυνατή. Το σημαντικότερο; Επιτέλους
«Το ξεγύμνωμα δεν είναι λύση..»
Το να χορεύεις ημίγυμνη, φορώντας ένα ψεύτικο χαμόγελο, για κάποιον ξένο δεν είναι ακριβώς ό,τι φαντάζονται οι περισσότεροι φοιτητές για τα Σαββατοκύριακα τους. Η δουλειά όμως της χορεύτριας ήταν η μόνη που μπορούσε να με στηρίξει οικονομικά. Μισούσα τους βρώμικους άνδρες που ζητούσαν να τους ευχαριστήσω, μερικές φορές ακόμα και ζητώντας περισσότερα από ένα χορό. Μετά από κάθε ραντεβού, επέστρεφα στο σπίτι και πλενόμουν ξανά και ξανά. Βασανιζόμουν συναισθηματικά για ό,τι έκανα, αλλά με τέτοιο χρέος που έβαλα στους ώμους μου δεν είχα άλλη επιλογή. Πώς είχα η ίδια βρεθεί σε τέτοιο χάος;
Ήμουν 18 ετών, όταν ξεκίνησα να σπουδάζω Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Μπράιτον και η ζωή μου δε θα μπορούσε να ήταν καλύτερη. Μου άρεσαν τα μαθήματα, είχα κάνει πολλούς φίλους και έβγαινα κάθε Σαββατοκύριακο. Είχα ακούσει για φοιτητές που αναγκάζονταν να κάνουν δάνειο για τις σπουδές τους, αλλά ήμουν σίγουρη ότι δε θα συνέβαινε κάτι τέτοιο σε μένα, αφού πάντα ήμουν λογική με τα χρήματα. Ωστόσο, όταν άρχισα να πληρώνω το ενοίκιό μου, συνειδητοποίησα πόσο λίγα χρήματα μού έμεναν. Και αυτό ήταν μόνο τον πρώτο μήνα.
Χωρίς να έχω άλλη επιλογή, άρχισα να χρησιμοποιώ την πιστωτική μου κάρτα, για να καλύπτω τα έξοδά μου. Αρχικά η κάρτα προοριζόταν μόνο για καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης, αλλά πριν καλά-καλά το καταλάβω ήμουν πνιγμένη στα χρέη. Αποφάσισα να δουλέψω ως σερβιτόρα μερικής απασχόλησης, αλλά τα χρήματα ήταν πολύ λίγα για τις ώρες που έπρεπε να δουλεύω. Ήμουν εξαντλημένη και μου ήταν πολύ δύσκολο να συγκεντρώνομαι στα μαθήματά μου. Αγχώθηκα σε τέτοιο βαθμό για τα οικονομικά μου, που δεν μπορούσα να κοιμηθώ.
Αισθανόμουν να πνίγομαι, όταν είδα μια διαφήμιση για βοηθό σε κάποιο club. Η περιγραφή της εργασίας ήταν ασαφής, αλλά τα χρήματα ήταν αρκετά και αυτό ήταν το μόνο που είχε σημασία. Όταν πήγα στο club για τη συνέντευξη, είδα πέντε λαμπερά κορίτσια να περιμένουν. Περιεργάστηκα το χώρο και όταν είδα τους στύλους στην πίστα συνειδητοποίησα ότι βρισκόμουν σε στριπτιτζάδικο. Σοκαρίστηκα και θύμωσα με τον εαυτό μου, που δεν πέρασε καν απ’ το μυαλό μου, αλλά είχα ανάγκη τα χρήματα και οι ιδιοκτήτες του club μόλις με αντίκρισαν μού είπαν πως η δουλειά ήταν δική μου, αν ήθελα. Έτσι άρχισα την επόμενη κιόλας μέρα.
Η δουλειά μου, ως επί το πλείστον, ήταν να αγκαλιάζω μεσήλικες άνδρες από τις 11 το βράδυ μέχρι τις έξι το πρωί. Οι πελάτες έχωναν τα χρήματα στα εσώρουχά μου, καθώς εγώ τους αγκάλιαζα. Σέρβιρα ποτά, φορώντας ένα λέοπαρντ μπικίνι, ενώ οι άντρες κοίταζαν το στήθος μου. Αν πλήρωναν περισσότερο, τα αφεντικά με ανάγκαζαν να βγάζω εντελώς το τοπ μου. Αυτό, όμως, δεν ήταν το χειρότερο μέρος.
Μερικές φορές, αν ο πελάτης πλήρωνε επιπλέον για να του χορέψω, με οδηγούσαν σε κάποιο δωμάτιο και του χόρευα εντελώς γυμνή. Στο δωμάτιο αυτό υπήρχαν κάμερες για να βεβαιώνονται πως έκανα σωστά τη δουλειά μου. Ένιωθα τόσο προσβεβλημένη, που μερικές φορές μού ερχόταν να επιτεθώ στους πελάτες, μόνο και μόνο για τον τρόπο που με κοίταζαν. Κάθε βράδυ ένιωθα ταπεινωμένη και αηδιασμένη με τον εαυτό μου. Είχα όμως δύο χρεωμένους λογαριασμούς, ήμουν αναγκασμένη να το υποστώ.
Η ζωή μου βγήκε εκτός ελέγχου. Μερικές φορές σκεφτόμουν ακόμα και να αυτοκτονήσω. Παρά το γεγονός ότι τα οικονομικά μου ήταν σε καλύτερη κατάσταση, εγώ δεν ήμουν. Η αυτοεκτίμησή μου ήταν στο μηδέν. Είχα πέσει σε κατάθλιψη. Έκλαιγα συνεχώς, θύμωνα με όλους και για όλα. Δεν μπορούσα να σταματήσω να σκέφτομαι τους γονείς μου, αν μάθαιναν τι έκανα.
Δεν μπορούσα να ξεφύγω από το τέλμα που η ίδια έθεσα τον εαυτό μου. Ωστόσο, όλα άλλαξαν όταν επέστρεψα στο πατρικό μου για λίγες μέρες. Η μαμά μου με ρώτησε αν ήταν όλα εντάξει και εγώ ξέσπασα σε δάκρυα. Της τα είπα όλα, μη αντέχοντας άλλο το βάρος, και αυτή τα είπε του πατέρα μου. Προς μεγάλη μου έκπληξη δε με προσέβαλαν, δε με έδιωξαν απ’ το σπίτι όπως πίστευα. Προσπάθησαν όσο μπορούσαν να δείξουν κατανόηση. Μου είπαν να εγκαταλείψω αμέσως τη δουλειά απ’ το στριπτιτζάδικο και μου έστελναν επιπλέον χρήματα κάθε μήνα, όσα μπορούσαν βέβαια, για να ξεχρεώσω τους λογαριασμούς μου και να πληρώνω το ενοίκιο.
Ήμουν τυχερή που είχα την κατανόηση των γονιών μου, αλλά εξακολουθώ να εύχομαι να είχα κάνει κάτι νωρίτερα. Τα χρέη επηρεάζουν πολλούς φοιτητές, αλλά το ξεγύμνωμα δεν είναι η λύση.
Η Αλεξάνδρα, μετά από μια εγχείρηση, βρήκε το χρόνο να μυρίσει τα τριαντάφυλλα της ζωής της
Η Αλεξάνδρα άρχισε να καταλαβαίνει γιατί σε μερικές γλώσσες, όπως στην αγγλική, ο «ασθενής» σημαίνει και «υπομονετικός» (patient), ειδικά στις περιπτώσεις που κάποιος αναρρώνει από κάποιο τραυματισμό. Υπάρχουν μερικά πράγματα πιο κουραστικά, και που απαιτούν περισσότερη επιμονή και υπομονή, από την ίδια τη διαδικασία της φυσικής αποκατάστασης. Ξαφνικά ο καιρός γίνεται τέλειος και όλοι όσοι ξέρεις βρίσκονται στην παραλία ή στην αγορά. Το πιο αξιοσημείωτο σημείο της δικής σου μέρας είναι, το πιο πιθανόν, η μείωση του όγκου του επιδέσμου σου, από την ουλή της εγχείρησής σου.
Αυτό το διάστημα αναρρώνω από μια εγχείρηση στην πλάτη και μέχρι τώρα ήμουν πολύ δύσκολη ασθενής. Όταν ο γιατρός μού ανέφερε ότι ίσως θα ήθελα να δοκιμάσω να κάνω μερικά βήματα, με κάποιον που θα με βοηθούσε, την επομένη της εγχείρησης, οι νοσοκόμες με βρήκαν να σέρνομαι στο έδαφος με τις πατερίτσες στο τέλος του διαδρόμου, μισή ώρα αργότερα. Είχα ερμηνεύσει τα «μερικά βήματα» με «ένα γρήγορο γύρο του μπλοκ». Δεν είναι το δυνατό μου σημείο να αφήνω τη ζωή να με προσπερνά.
Λίγες μέρες αργότερα, εγκαταστάθηκα στο σπίτι της γιαγιάς μου για μια βδομάδα ανεκδιήγητης ευγένειας και συμπαράστασης. Οι φίλοι μου με επισκέπτονταν, η γιαγιά μου ετοίμαζε τα γεύματά μου και φρόντιζε την εγχείρησή μου. Από την τρίτη μέρα είχα τρελαθεί. Δεν μπορούσα να συνηθίσω αυτούς τους ρυθμούς και το να μην κάνω τίποτα. Αυτό όμως ήταν μέχρι να καταλάβω τα θετικά του να κάνεις τα πράγματα με τον αργό τρόπο. Έμπνευσή μου αποτέλεσε η γιαγιά μου, που την έβλεπα με το ημερολόγιό της κάθε πρωί, να τηλεφωνεί στους φίλους και γνωστούς της, για να τους ευχηθεί για τη γιορτή ή τα γενέθλιά τους.
Θα συνομιλούσε με τον καθ’ έναν και θα αντάλλαζαν τα νέα τους. Έμοιαζε τόσο ντεμοντέ, κομψή και ευαίσθητη αυτή η συνήθεια. Δε διαρκούσε περισσότερο από 20 λεπτά, όμως ξεκινούσε τη μέρα της με την ανθρώπινη επαφή. Με έκανε να αρχίσω να σκέφτομαι θετικά την υπέρβαση της καθημερινότητάς μου. Κάθε πρωί ξυπνούσα με τη φρενίτιδα της εργασίας, των ταξιδιών, την παρασκευή των γευμάτων, τη φροντίδα των παιδιών, τις τηλεφωνικές κλήσεις, τα μηνύματα στα mails και τους λογαριασμούς που έτρεχαν. Η χαλάρωση για μένα σήμαινε να ψάξω και να κλείσω κάπου για θεραπεία spa.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, όμως, το πιο πιθανόν ήταν να ανησυχώ για το αν είχα πληρώσει το λογαριασμό του τηλεφώνου μου. Έτσι, η ιδέα του πιο αργού ρυθμού στη ζωή μου και απλά του να αφιερώνω λίγα λεπτά για να μιλήσω με τους φίλους μου – για μια γρήγορη κουβέντα, χωρίς κάποιο σκοπό – φαινόταν επαναστατική. Καθώς περνούσαν οι μέρες, άρχισα να δοκιμάζω να χαλαρώνω τους ρυθμούς μου. Μέχρι το τέλος της βδομάδας, έπιανα τον εαυτό μου να μιλά με τη γιαγιά περίπου μισή ώρα για τις αρετές του μαϊντανού ή απλά να σαλιαρίζω πάνω από ένα φλιτζάνι τσαγιού.
Μερικές μέρες αργότερα, πέρασα δύο ώρες παίζοντας στο σαλόνι με τη μόλις δύο ετών κορούλα μου, απλά χρησιμοποιώντας αντικείμενα τους σπιτιού και αυτοσχεδιάζοντας παιχνίδια, που τη μάγεψαν πολύ περισσότερο από ένα καλοσχεδιασμένο ταξίδι ή κάποιο ταχυδακτυλουργό ή μια επίσκεψη στο ζωολογικό κήπο. Αποφάσισα επίσης εκείνη τη χρονιά να φτιάξω η ίδια τα δώρα των Χριστουγέννων και να περιποιηθώ τον κήπο μου, φυτεύοντας σπόρους βασιλικού (και όποια από σας έχει φυτέψει σπόρους, αναγνωρίζει την υπομονή που χρειάζεται για την καλλιέργειά τους). Με κάποιο τρόπο, η όλη επιβράδυνση άρχισε να γίνεται ενδιαφέρουσα. Η πρόκληση τώρα είναι να δω αν μπορώ να διατηρήσω αυτό που ξεκίνησα, όταν η κανονική ζωή επιστρέψει με όλες της τις δόξες. Σίγουρα, μπορώ να αφιερώσω 20 λεπτά για να σταματήσω, να αναπνεύσω και να επανεκκινήσω. Ή τουλάχιστον, να συνεχίζω να ποτίζω το βασιλικό μου…
Η συγκινητική ιστορία ενός κοριτσιού, που πάλεψε με την ανορεξία για χρόνια και τελικά τη νίκησε
«Στην τρίτη λυκείου, θα πήγαινα στο χορό των τελειοφοίτων και δανείστηκα το φόρεμα της ξαδέρφης μου. Είχαμε το ίδιο ύψος, αν και διαφορετικό σωματότυπο. Όταν δοκίμασα να το φορέσω, σε κάποια σημεία με στένευε. Η αντίδραση της κολλητής μου, που λογικά δε θα έπρεπε να με πειράξει αλλά τελικά με ενόχλησε, ήταν: «Ω, ίσως χρειαστεί να χάσεις λίγο βάρος». Ήμουν λεπτή, περισσότερο όμως ήμουν τελειομανής. Σκέφτηκα: «Άλλο ένα σημείο, όπου υστερώ». Έτσι, με αυτή τη σκέψη άρχισα να χάνω βάρος.
Έκοψα το έτοιμο φαγητό και τα γλυκά. Στη συνέχεια τις πατάτες, το ρύζι, τα ζυμαρικά και το ψωμί. Μέχρι το χορό, το φόρεμα έδειχνε πολύ μεγαλύτερό μου, αλλά δυστυχώς πλέον η απώλεια βάρους μού είχε γίνει εμμονή.
Κάθε πρωί έκανα μία ώρα διάδρομο και έτρωγα ένα μικρό μπολ δημητριακών. Για μεσημεριανό έτρωγα συνήθως μια σαλάτα και για βραδινό σχεδόν τίποτα. Πολύ λίγες φορές έτρωγα μικρή ποσότητα απ’ ό,τι σέρβιρε η μαμά μου στο τραπέζι. Ήθελα όμως, έστω και αυτό το μικρό κομμάτι να νιώθω πως το αξίζω, μετά από μια γερή γυμναστική.
Η μαμά μου άρχισε να ανησυχεί. Με διάφορα τεχνάσματα, όπως το να βάζει σ’ όλους τους υπόλοιπους πολύ περισσότερο φαγητό, για να φαίνεται η μερίδα μου μικρότερη, προσπαθούσε να με βοηθήσει. Όσο λιγότερο έτρωγα, τόσο λιγότερο ήμουν σε θέση να σκέφτομαι καθαρά. Ήξερα πως ήμουν λεπτή, όμως μια φωνή μέσα μου έλεγε: «Υπάρχει ακόμα λίγο λίπος εδώ, υπάρχουν λίγα ψωμάκια παρακάτω».’Έτσι συνέχισα να περιορίζω το φαγητό μου και να φορώ φαρδιά ρούχα, ώστε η οικογένειά μου να μην προσέξει τις αλλαγές στο σώμα μου.
Δεν μπορούσα όμως να ξεφύγω απ’ τη μητέρα μου. Ήμουν 1.68 και ζύγιζα 37 κιλά. Τρομοκρατήθηκε και επέμενε να πάμε γιατρό. Κατέληξα να παραπεμφθώ σε ειδικό. Ο γιατρό μού είπε πως είχα ανορεξία και έπρεπε να κρατηθώ μέσα. Κατ’ ακρίβεια πέρασα την παραμονή πρωτοχρονιάς σ’ ένα θάλαμο νοσοκομείου. Κάθε μέρα η οικογένειά μου με επισκεπτόταν και έμεναν μέχρι αργά το βράδυ μαζί μου. Στο διπλανό κρεβάτι βρισκόταν ένα 12χρονο κορίτσι με ανορεξία, στο σωλήνα σίτισης. Η μαμά μου την έδειχνε λέγοντας πως αν δεν αρχίσω να τρώω κανονικά, το ίδιο θα συνέβαινε και σε μένα. Εξακολουθούσα όμως να κλαίω μετά από κάθε γεύμα. Ούτε οι εκφοβισμοί, ούτε τα κλάματα της μητέρας μου με βοηθούσαν. Μονάχα μια φράση της, τελικά μού έδωσε την ώθηση να βοηθήσω τον εαυτό μου: «Αν τρως κανονικά, θα σταματήσεις να ακούς τις φωνές στο κεφάλι σου». Αυτό ήθελα να ακούσω.
Ήθελα πραγματικά να απαλλαγώ απ’ τις φωνές, γι’ αυτό πείσθηκα πως έπρεπε να αρχίσω να τρώω κανονικά. Σταδιακά άρχισα να βάζω βάρος και ευτυχώς για μένα ήμουν σε θέση να αποφοιτήσω απ’ το λύκειο και να ξεκινήσω τις σπουδές μου στο πανεπιστήμιο.
Ωστόσο, ακόμα δεν είχα καταφέρει να απαλλαγώ πλήρως από το πρόβλημα της ανορεξίας μου. Εξακολουθούσα να είμαι τελειομανής και όταν βρέθηκα αντιμέτωπη με τις σπουδές και τις ερωτικές απογοητεύσεις, τα συναισθήματα αποτυχίας επέστρεψαν. Παράτησα την προσπάθεια και η διατροφή μου μειωνόταν ανεξέλεγκτα. Κάθε πρωί σηκωνόμουν στις τρείς και έτρεχα για τέσσερις ώρες στο διάδρομο. Δεν έτρωγα τίποτα όλη τη μέρα, εκτός από μια μπάρα δημητριακών, και συνέχιζα να εξασκούμαι εξαντλητικά. Το βράδυ, όταν επέστρεφα σπίτι, έτρωγα το βραδινό μου, αλλά αμέσως μετά προκαλούσα μόνη μου εμετό. Ένιωθα απαίσια με τον εαυτό μου.
Οι περισσότεροι έλεγαν της μαμάς μου πως απλά ήθελα σημασία. Το χειρότερο για κάποιον ανορεξικό είναι να ακούει απ’ τους άλλους πόσο λεπτός και άρρωστος φαίνεται. Οι φωνές στο μυαλό μου, όχι μόνο επέστρεψαν, αλλά χειροτέρευαν: « Έκανες τόση προσπάθεια να λεπτύνεις, μην αρχίσεις και πάλι να τρως». Η μητέρα μου μού απαγόρευσε να εξασκούμαι στο διάδρομο. Και εγώ στη συνέχεια αρνιόμουν να φάω.
Μετά από μια λιποθυμία μου στο ντους , οδηγήθηκα με το ζόρι σε ένα κέντρο διατροφικής διαταραχής. Λόγω της σοβαρότητας της κατάστασής μου έγινα δεχτή, παρά την υπερπληρότητα από τους ασθενείς. Συνειδητοποίησα πως έφτασα σ’ ένα σημείο, όπου έπρεπε να αποφασίσω είτε να ζήσω, είτε να πεθάνω.
Με τη βοήθεια των ειδικών και ψυχιάτρων, κατάφερα να αντιμετωπίσω τα προβλήματά μου. Έμαθα πως δεν μπορείς να έχεις τον έλεγχο για τα πάντα και πως δεν τρως επειδή το αξίζεις, αλλά τρως επειδή πρέπει να ζήσεις. Έμαθα να μην είμαι τόσο αυστηρή με τον εαυτό μου και να επικεντρώνομαι στις δυνάμεις μου.
Εξακολουθώ να παρακολουθώ ψυχίατρο και διαιτολόγο, που με βοηθά κυρίως στο να ακολουθώ ένα πρόγραμμα διατροφής, με καθορισμένες ποσότητες μερίδων. Μετά απ’ όσα πέρασα, προσπαθώ να βοηθήσω και άλλα νεαρά κορίτσια να συνειδητοποιήσουν το πρόβλημά τους και όσο το δυνατό γρηγορότερα να το αντιμετωπίσουν, για να αποφευχθεί μια μόνιμη ψυχική και σωματική ζημιά».
«18 χρόνια τώρα, ο γιος μου μού δίνει μαθήματα θάρρους»
Πριν γεννηθεί ο Νίκος, το μόνο που ήξερα για τον αυτισμό ήταν ότι πρόκειται για μια διά βίου νευρολογική διαταραχή, που χαρακτηρίζεται από την αδυναμία κάποιου να επικοινωνήσει αποτελεσματικά, καθώς επίσης και από ακατάλληλη ή ψυχαναγκαστική συμπεριφορά. Τώρα ξέρω πως αυτισμός σημαίνει να μη γελάς με τα αστεία των άλλων, να μη ξέρεις τι να πεις και τις περισσότερες φορές να λες τα λάθος πράγματα. Αυτισμός σημαίνει να σε κρατούν σε απόσταση και να μην ξέρεις το γιατί, να προσπαθείς για το καλύτερο, αλλά πάλι να καταλήγει σε λάθος, να αισθάνεσαι μπερδεμένος, φοβισμένος, ασυγχρόνιστος: όλη τη μέρα, κάθε μέρα. Ξέρω ότι οι άνθρωποι σε αντιμετωπίζουν σαν να είσαι ένα σπάνιο, άγριο πλάσμα, που αν βγεις έξω από το σπίτι, θεωρείσαι επικίνδυνος.
Δεν είναι παράξενο που έγινα υπερπροστατευτική μητέρα. Στην εφηβεία του, κάθε φορά που ο Νίκος θα έβγαινε έξω από την πόρτα, ήταν λες και θα μετανάστευε. Φασαρία, αγκαλιές, εγκάρδιοι αποχαιρετισμοί. Αλλά πώς θα μάθαινε να αντεπεξέλθει στις δυσκολίες του έξω κόσμου, αν δεν τον άφηνα να βγει σε αυτόν; Το να μεγαλώνεις ένα παιδί με αυτισμό είναι σαν να προσπαθείς να ταιριάξεις τα κομμάτια ενός πάζλ, χωρίς να έχεις τη βοήθεια της έγχρωμης εικόνας στο κουτί. Οι κοινωνικοί λειτουργεί λένε πως το να μεγαλώνεις ένα τέτοιο παιδί είναι μια πρόκληση, αλλά μια συναρπαστική πρόκληση.
Εγώ έμαθα πως η μητέρα ενός παιδιού με ειδικές ικανότητες πρέπει να έχει πολλούς ρόλους. Το ρόλο του δικηγόρου του - να αγωνίζεται για την υπεράσπισή του, του επιστήμονα – να αμφισβητεί τους γιατρούς και τα φάρμακα, του σύμβουλου – για τη λήψη δύσκολων αποφάσεων που το αφορούν και του σωματοφύλακα – να το προστατεύει από τις κοροϊδίες των άλλων παιδιών.
Η ανατροφή ενός παιδιού με ειδικές ικανότητες σημαίνει κοινωνική απομόνωση. Μαθαίνεις πως η αμηχανία είναι μια πολυτέλεια που δεν παρέχεται σε σένα. Οι άνθρωποι με αυτισμό δε φιλτράρουν τίποτα, έχουν την τάση να λένε αυτό που σκέφτονται. Μια φορά ο γιος μου παρατήρησε μεγαλοφώνως ότι το πηγούνι ενός άντρα έμοιαζε με όρχεις.
Επίσης, έμαθα πως το να στέλλεις ένα παιδί με αυτισμό σε κανονικό σχολείο είναι άσκοπο. Το σύστημα περικλείει τόση γραφειοκρατία, που αν και συμπλήρωσα του κόσμου τις φόρμες και συναντήθηκα με χιλιάδες «ειδικούς», ακόμα προσπαθούν να δημιουργήσουν ξεχωριστή τάξη γι’ αυτά τα παιδιά. Τα περισσότερα παιδιά προσπαθούν να μάθουν μαθηματικά και γραμματική, τα παιδιά με αυτισμό όμως προσπαθούν να γίνουν αόρατα. Τα ειδικά σχολεία έχουν λίστες αναμονής, που σημαίνει ατέλειωτες πιέσεις για τις εκπαιδευτικές ανάγκες του παιδιού. Για χρόνια αναζητούσαμε το σωστό σχολείο για το γιο μου. Είχε τόσες πολλές εξετάσεις και ιατρικές εκτιμήσεις, που πρέπει να νόμιζε πως είχε ενταχθεί σε πρόγραμμα προετοιμασίας αστροναύτη. Σε ηλικία 16 ετών, αποφασίσαμε πως το καλύτερο ήταν να έρχεται ειδικός εκπαιδευτικός στο σπίτι.
Τα παιδιά με λιγότερο εμφανείς αναπηρίες, όπως ο αυτισμός, συχνά θεωρείται πως δε χρήζουν άμεσης βοήθειας. Μπορεί να μην είναι σε αναπηρική καρέκλα, αλλά αξίζουν τη βοήθειά μας και την υπόσχεση πως η ζωή τους δε θα πάει χαμένη. Άλλωστε, η καλλιτεχνική δημιουργία έχει αποδειχθεί πως σχετίζεται με μια ποικιλία γνωστικών διαταραχών. Οι μεγαλύτεροι δημιουργοί στην ιστορία της τέχνης λέγεται πως έπασχαν από κάποιου είδους αυτισμό. Είναι στο χέρι μας να βοηθήσουμε αυτά τα παιδιά να «ανθίσουν».
Η ζωή με το Νίκο αποτελεί πρόκληση, είναι όμως και ξεκαρδιστική, συγκινητική και πλούσια. Το ιδιότροπο, αλλά έξυπνό μου αγόρι έχει εξελιχθεί σε έναν όμορφο νεαρό άνδρα, που είναι το πιο ενδιαφέρον και θαρραλέο πρόσωπο που έχω γνωρίσει. Με κατανόηση και εκπαιδευτική παρέμβαση από νωρίς, αυτά τα παιδιά μπορούν να αξιοποιήσουν τις δυνατότητές τους στο έπακρον και να μεγαλουργήσουν.
Μετά από ένα μακροχρόνιο αγώνα ενάντια στους εθισμούς και στην κατάθλιψη, η Claire, 47 χρόνων, ανακάλυψε πως το περπάτημα είναι το κλειδί της καλής διάθεσης.
«Η κατάθλιψη μπήκε στη ζωή μου, όταν ήμουν περίπου εννέα χρονών και οι γονείς μου χώρισαν. Μου είπαν να μη λυπάμαι, επειδή θα παρέμεναν φίλοι. Από την ηλικία των 11 χρόνων άρχισα να κακοποιούμε σεξουαλικά για δύο ολόκληρα χρόνια. Ήμουν συνεχώς φοβισμένη, αγχωμένη και σε συνεχή επιφυλακή. Δεν κατάφερνα να ηρεμήσω σχεδόν ποτέ, ένιωθα μια συνεχή αγωνία. Θεωρούσα πως κανείς άλλος δεν ένιωθε όπως εγώ, επομένως κάτι λάθος πήγαινε μαζί μου. Αισθανόμουν μόνη και απομονωμένη και συνεχώς αναρωτιόμουν ποιο είναι το νόημα της ζωής.
Ήμουν φοιτήτρια σε μια σχολή καλών τεχνών, όταν άρχισα να καπνίζω κάνναβη. Με έκανε να αισθάνομαι ωραία, με ανέβαζε. Ένιωθα λες και ήταν το φάρμακο που πάντα χρειαζόμουν. Λίγα χρόνια μετά όμως η κατάσταση θα έβγαινε εκτός ελέγχου. Κάπνιζα καθημερινά.
Το αποτέλεσμα ήταν να πάθω ψύχωση. Εισήχθηκα σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα, όπου διαγνώστηκα με μανιοκατάθλιψη. Μου χορήγησαν αντικαταθλιπτικά και λίθιο. Ήμουν μόλις 21.
Το άγχος, ο φόβος και η αγωνία που ένιωθα έγιναν χρόνια, με αποτέλεσμα κάποιες φορές να είμαι ανίκανη να λειτουργήσω σωστά.
Η «αυτοθεραπεία» μου κλιμακωνόταν και από την κάνναβη κατέληξα να κάνω χρήση ηρωίνης. Ταρακουνήθηκα μόνον όταν ο αρραβωνιαστικός μου με εγκατέλειψε, λέγοντάς μου ότι απλά δεν μπορούσε να παρακολουθεί κάποιον που αγαπά να αυτοκτονεί αργά-αργά.
Μπήκα από μόνη μου σε κέντρο αποτοξίνωσης. Ήμουν 25 χρόνων. Αυτό ήταν πριν από περίπου 20 χρόνια και από τότε δεν έχω αγγίξει αλκοόλ ή ναρκωτικά. Μετά από 25 χρόνια θεραπείας, προγραμμάτων αυτοβοήθειας, προσωπικής και επαγγελματικής ανάπτυξης, η αυτογνωσία που έχω κερδίσει με θωράκισε, ώστε να μείνω σταθερή και να μη λυγίσω. Η ψυχική μου υγεία είναι καλή, αλλά έχω αποδεχτεί πως συγκαταλέγομαι ανάμεσα στο 10% των ατόμων που χρειάζονται μακροχρόνια αντικαταθλιπτική αγωγή.
Αφού έφυγα από το κέντρο αποτοξίνωσης, άρχισα να ασκούμαι τακτικά. Παρακολουθούσα μαθήματα αερόμπικ τέσσερις φορές τη βδομάδα. Όταν ήμουν στο μάθημα της αεροβικής γυμναστικής με τη δυνατή μουσική, η διάθεσή μου πάντα ανέβαινε. Όσο άσχημα και αν ένιωθα – μερικές φορές «συρόμουν» μέχρι το γυμναστήριο - ήξερα πως για τις δύο τουλάχιστον ώρες που θα ήμουν εκεί, θα ένιωθα καλά. Πλέον τα γόνατά μου δε μου επιτρέπουν να κάνω αερόμπικ, όμως δεν ξέχασα τα θετικά αποτελέσματα της άσκησης.
Ξεκίνησα το περπάτημα σε καθημερινή βάση πριν 13 χρόνια και τώρα περπατώ για μισή ώρα καθημερινά. Μια πρωινή βόλτα πραγματικά μου φτιάχνει τη διάθεση για την υπόλοιπη μέρα. Αυτό άλλωστε υποστηρίζουν και οι έρευνες, που αποδεικνύουν πως οι άνθρωποι που ασκούνται τακτικά έχουν λιγότερα σημάδια κατάθλιψης και άγχους.
Λένε ότι όταν είμαστε σε κίνηση, δραστηριοποιούνται και οι δύο πλευρές του εγκεφάλου μας. Συχνά βρίσκω λύσεις στα προβλήματά μου, καθώς κάνω το πρωινό μου περπάτημα. Οι ιδέες ρέουν πιο εύκολα και νιώθω τον εγκέφαλό μου να λειτουργεί διαφορετικά.
Το περπάτημα με συνδέει, επίσης, με τη φύση. Το βρίσκω απίστευτα ηρεμιστικό, αποβάλλω εντελώς το άγχος. Η φύση μού δείχνει πως η ζωή συνεχίζεται παρά τα προβλήματα.
Μία από τις προκλήσεις της κατάθλιψης είναι η έλλειψη κινήτρων, η οποία είναι μια συνεχής μάχη. Κάθε βράδυ βάζω τις φόρμες που φορώ στο περπάτημα δίπλα από το κρεβάτι μου, για να είναι το πρώτο πράγμα που θα βλέπω. Μόλις ο σκύλος μου με βλέπει ντυμένη με τις φόρμες, ξέρει πως είναι ώρα για βόλτα. Αυτός άλλωστε είναι άλλος ένας λόγος που με ωθεί στο πρωινό μου περπάτημα. Δεν αντέχω να τον απογοητεύσω.
Δεν απορρίπτω τη φαρμακευτική αγωγή, αλλά η τακτική άσκηση είναι ένας σημαντικός παράγοντας που με κρατά σταθερή. Αν κατάφερε να βοηθήσει εμένα, είμαι σίγουρη πως μπορεί να βοηθήσει τον οποιοδήποτε».
«Μπορώ να κάνω κάτι για τους άλλους, να βοηθήσω…»
Το όνομα μου είναι Ζέτα. Είμαι 17 χρονών και τετραπληγική. Κάποτε μου άρεσε να κολυμπώ, ήμουν καλή σε αυτό… πριν την κάκωση του νωτιαίου μυελού μου. Μου άρεσε επίσης να χορεύω. Δεν ήξερα τίποτα για την τετραπληγία και ποτέ δεν το σκέφτηκα. Πριν πάω γυμνάσιο, θυμάμαι να κάθομαι με τις φίλες μου και να λέμε πόσο ωραία θα ήταν στο καινούργιο ξεκίνημα και πως θα ήμασταν για πάντα οι καλύτερες φίλες. Πόσο λίγα ήξερα…
Ήμουν μόλις δεκατριών. Η υπόλοιπη ομάδα κολύμβησης και εγώ προπονούμασταν για τους αγώνες της επόμενης μέρας. Μαζί με δύο άλλους φίλους μου αποφασίσαμε να εξασκηθούμε στις βουτιές. Κάναμε καταδύσεις σε μια σχετικά ρηχή πισίνα (δε θυμάμαι ακριβώς τα μέτρα). Δεν ήταν η πρώτη φορά, όμως, που γινόταν αυτό. Ο πρώτος βούτηξε και βγήκε στην επιφάνεια, το ίδιο έκανε και ο άλλος. Ήρθε η σειρά μου. Βούτηξα και εγώ, όμως…. δε βγήκα. Από τη στιγμή που έπεσα στο νερό, δεν μπορούσα να νιώσω το σώμα μου. Επέπλεα με το πρόσωπό μου στο νερό, ανίκανη να σηκωθώ. Είδα το αίμα στο νερό (πρέπει να είχα δαγκώσει τη γλώσσα μου) και άκουσα τους φίλους μου να φωνάζουν πως δεν ήταν αστείο. Όλο αυτό το διάστημα ο προπονητής ήταν στο γραφείο του. Η ομάδα με έβγαλε έξω απ’ το νερό και επιτέλους βγήκε έξω και ο προπονητής. Του εξήγησα τι είχε συμβεί και πως δεν είχα καμία αίσθηση, οπουδήποτε. Ειδοποίησαν τη μητέρα μου για το ατύχημα. Στο μεταξύ είχα ήδη μεταφερθεί στο νοσοκομείο. Δε θυμάμαι και πολλά πράγματα, ήταν όλα θαμπά. Μετά τη χειρουργική επέμβαση με οδήγησαν στο παιδιατρικό θάλαμο. Θυμάμαι την οικογένειά μου και τους φίλους μου να έρχονται να με βλέπουν. Φορούσαν όλοι τα ψεύτικα χαμόγελα και τις μάσκες τους, λες και δεν καταλάβαινα πόσο φοβισμένοι ήταν για μένα.
Την πρώτη φορά που κάθισα σε αναπηρικό κάθισμα ένιωσα λες και περιστρεφόμουν για ώρες στο μπλέντερ. Τόση πολύ ζαλάδα. Δεν ήμουν σίγουρη τι μου είχε συμβεί, κανείς δε μου εξηγούσε με σαφήνεια. Όταν επέστρεψα στο σπίτι, περνούσα την περισσότερη ώρα στο δωμάτιο μου. Δεν εξέφραζα τα συναισθήματά μου, τα κρατούσα όλα μέσα μου. Η παρέα μου ήταν μονάχα οι ταινίες με αίσιο τέλος. Αυτές μου έδιναν δύναμη. Ποτέ δεν έπαψα να κατηγορώ τον εαυτό μου για το ατύχημα. Ένιωθα ηλίθια και πίστευα πως μου άξιζε να είμαι δυστυχισμένη. Οι φίλοι μου δεν μπορούσαν να με βοηθήσουν. Κατ’ ακρίβεια έκαναν τα πράγματα δυσκολότερα, υπενθυμίζοντάς μου συνεχώς όσα έχασα. Μόνο δύο φίλες μου μού συμπεριφέρονταν λες και δεν άλλαξε τίποτα. Δύο πραγματικά υπέροχες φίλες.
Δύο χρόνια μετά τον τραυματισμό μου, αποφάσισα να επιστρέψω στο σχολείο. Ήξερα πως θα ήταν δύσκολο, δε φανταζόμουν όμως τόσο πολύ. Δεν μπορούσα καν να πάω στις αίθουσες, αφού δεν υπήρχαν ράμπες. Το να βρίσκω κάθε φορά ανθρώπους να με μεταφέρουν από τις σκάλες, εμένα και το αναπηρικό κάθισμα, ήταν δύσκολο, χρονοβόρο και κυρίως ταπεινωτικό. Αποφάσισε λοιπόν το σχολείο να προσαρμόσει με τέτοιο τρόπο το πρόγραμμά του, ώστε να με μένω σε μια αίθουσα στον πρώτο όροφο, με έναν εκπαιδευτικό κάθε φορά. Ήμουν ευχαριστημένη, γιατί έτσι θα απέφευγα και τα σκληρά σχόλια των συμμαθητών μου. Η απόδοσή μου στα μαθήματα ήταν εξαιρετική, ειδικά στη μουσική.
Ανακάλυψα πως τελικά ήμουν καλή στο τραγούδι και πολλές φορές λάμβανα μέρος σε εκδηλώσεις του σχολείου. Πήρε αρκετό χρόνο στους συμμαθητές μου να με συνηθίσουν, αλλά τελικά συνέβη και κατάφερα να κάνω φίλους, πραγματικά πολύ καλά παιδιά.
Έχω να ομολογήσω πως το πιο δύσκολο για μένα ήταν να παρακολουθώ τη ζωή γύρω μου να προχωρά, χωρίς να μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτό. Λέγεται πως τα μαθητικά χρόνια είναι τα πιο αξέχαστα της ζωής του καθενός. Ποτέ δεν είχα πραγματικά μια αξέχαστη εμπειρία στα μαθητικά μου χρόνια και δεν μπορώ να το αλλάξω αυτό. Ποτέ δεν πήγα εκδρομές ή κάτι τέτοιο. Παράξενο, όμως, δεν αισθάνομαι άσχημα γι’ αυτό. Τώρα ξέρω πως είμαι δυνατή και μπορώ να χειριστώ οτιδήποτε βρεθεί στο δρόμο μου και μάλιστα με πείσμα. Οι προκλήσεις συνεχίζουν να έρχονται και συνεχίζω να τις αντιμετωπίζω. Μερικοί λένε τους εμπνέω. Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια, έτσι θέλω να το πιστεύω. Μπορώ έτσι να έχω αίσθηση του σκοπού, μπορώ να κάνω κάτι για τους άλλους, να βοηθήσω…
Marcelle Ventoura, 35 χρόνων, μητέρα της Aya, 16 μηνών
«Τα νερά μου έσπασαν στις 11.30 το βράδυ, μια βδομάδα και κάτι πριν από την ημερομηνία που υπολογίζαμε. Αρχικά δεν είχα καταλάβει τι είχε συμβεί και ο σύζυγός μου, Adam, και εγώ αποφασίσαμε να περιμένουμε πρώτα να δούμε πώς θα εξελίσσονταν τα πράγματα. Άλλωστε ήταν το πρώτο μας παιδί και δεν ξέραμε τι είναι φυσιολογικό και τι όχι σε μια εγκυμοσύνη, που βρίσκεται προς το τέλος της. Κατά τις μία το πρωί πήγαμε στο κρεβάτι και προσπαθήσαμε να χαλαρώσουμε, ακούγοντας λίγη χαλαρωτική μουσική.
Γύρω στις τρεις το πρωί ξύπνησα τον Adam, αφού οι συσπάσεις είχαν κλιμακωθεί. Το κέντρο γεννήσεων είχε κάνει ξεκάθαρο σε μας πως θα έπρεπε να τους καλέσουμε μόνο εάν οι συσπάσεις είχαν διαφορά μεταξύ τους πέντε λεπτά και διάρκεια δύο. Έτσι περιμέναμε για λίγο, πριν τους καλέσουμε. Η μαία μάς συμβούλευσε πως αν ο πόνος αυξανόταν, το ντους θα βοηθούσε να ανακουφιστώ από τους πόνους , μιας και θα έπρεπε να περιμένω οι συσπάσεις να έχουν διαφορά μεταξύ τους δύο με τρία λεπτά, πριν τους ξανακαλέσω. Καθώς έβγαινα από το ντους, έσκυψα και είχα την αίσθηση πως μπορούσα να νιώσω το κεφαλάκι του μωρού ανάμεσα στα πόδια μου. Σίγουρα είναι λάθος μου σκέφτηκα, μάλλον έτσι νιώθουν όλες οι έγκυες όταν φτάσει η ώρα. Δεν έπαιρνε όμως άλλη αναβολή, ήρθε η ώρα να μεταβώ στην κλινική. Με κάποιο τρόπο, δεν ξέρω και εγώ πώς, κατάφερα να ξαπλώσω στο μπροστινό κάθισμα του αυτοκινήτου, με τα πόδια στο ταμπλό. Ήμουν σχεδόν σίγουρη πως θα γεννούσα στο αυτοκίνητο. Φώναξα: «Νομίζω θα γεννήσω τώρα» και πριν ακόμα καταφέρει ο Adam να σταματήσει στην άκρη του δρόμου, έδωσα μία ακόμα ώθηση – την τρίτη – και η πανέμορφή μου κόρη ξεπετάχτηκε κυριολεχτικά έξω, στην αγκαλιά μου. Ο Adam, τώρα πια, χαριτολογώντας, με παρομοιάζει με άριστο τερματοφύλακα έτσι όπως την έπιασα.
Ήταν η πιο σουρεαλιστική εμπειρία της ζωής μου. Στα πρώτα δευτερόλεπτα μετά τη γέννησή της, ένα κύμα σκέψεων και ανησυχιών με κατέβαλε. Τι θα γινόταν αν ο ομφάλιος λώρος ήταν τυλιγμένος γύρω από το λαιμό της; Τι θα γινόταν αν δεν ανέπνεε σωστά; Ήταν λες και βίωνα εξωσωματική εμπειρία. Λες και δεν είχα γεννήσει μόλις πριν λίγα λεπτά στο αυτοκίνητο. Θυμάμαι να αναρωτιέμαι πώς μπορούσα να είμαι τόσο ήρεμη.
Όλοι λένε πως η διαδρομή από την κλινική στο σπίτι με το μωρό είναι η πιο αγωνιώδης εμπειρία στη ζωή του πατέρα. Ο καημένος ο Adam, όμως, έπρεπε να οδηγήσει για την κλινική με ένα νεογέννητο μωρό, σε ανεξέλεγκτη κατάσταση, στο μπροστινό κάθισμα του αυτοκινήτου του».
Ο καρκίνος είναι κάτι που συνέβη σε μένα, αλλά δεν ορίζομαι από αυτό…
Ήμουν 25 ετών όταν, κατά λάθος, ανακάλυψα έναν όγκο στο δεξί μου στήθος. Ένιωσα κάτι - σαν μια πέτρα - στην κορυφή, στη δεξιά πλευρά. Ο φίλος μου ο Κώστας (τώρα σύζυγός μου) με παρότρυνε να πάω στο γιατρό, ο οποίος με έστειλε για μια μαστογραφία και υπέρηχο. Μου είπαν ότι μάλλον δεν ήταν τίποτα, καθώς μόλις το 6% όλων των περιπτώσεων καρκίνου του μαστού εντοπίζεται σε γυναίκες κάτω των 40 ετών - περίπου 700 υποθέσεις ετησίως. Υπήρξε, όμως, κάποια ανησυχία, έτσι έκανα βιοψία το ίδιο απόγευμα.
Μετά τη βιοψία, ο γιατρός μου συνέχισε να πιστεύει πως δεν ήταν καρκίνος, αλλά ο όγκος τού φάνηκε κάπως περίεργος και θεώρησε σωστό να αφαιρεθεί. Ωστόσο, μετά τα αποτελέσματα της βιοψίας, αποδείχθηκε πως τα πράγματα θα χειροτέρευαν: Είχα, σε ηλικία 25 ετών, καρκίνο του μαστού. Ο γιατρός μίλησε στον Κώστα και εμένα για τη διαδικασία, αλλά τίποτα δε μου φαινόταν πραγματικό. Ακόμα δεν είχα συνειδητοποιήσει τίποτα, δεν είχα καν κλάψει...
Πήγαμε στο σπίτι των γονιών μου, όπου τελικά ξέσπασα σε δάκρυα. Η αδελφή της μαμάς μου πέθανε από καρκίνο στις ωοθήκες και ο παππούς μου, από την πλευρά της μαμά μου και πάλι, πέθανε από καρκίνο του προστάτη, αν και εγώ δεν είχα το κληρονομικό γονίδιο του καρκίνου.
Μου το είπαν την Τρίτη 31 Μαρτίου. Η επόμενη μέρα ήταν αργία, γι 'αυτό δεν μπορούσα να κλείσω κανένα ραντεβού. Απλά περπατούσα στην πόλη χωρίς σκοπό και όλα γύρω μου γύριζαν. Μέχρι το τέλος της εβδομάδας, όμως, είχα μια συνάντηση με ένα χειρουργό και την ομάδα του, για να συζητήσουμε θεραπείες.
Πρώτα οι εξετάσεις στόχευαν στο να δείξουν αν ο καρκίνος είχε εξαπλωθεί και στους λεμφαδένες και στο αν θα έπρεπε να χειρουργηθώ. Ήξερα ότι η εγχείρηση, αν δεν είχε εξαπλωθεί , θα διαρκούσε μόλις μία ώρα. Σε αντίθετη περίπτωση, θα έπαιρνε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Ξύπνησα και είδα ότι μόνο μια ώρα είχε περάσει. Ανακουφίστηκα. Ο όγκος ήταν λιγότερο από 1 cm σε διάμετρο, οπότε ήμουν τυχερή που εντοπίστηκε νωρίς. Έκανα εξουθενωτική έρευνα για να καταλήξω ποια θεραπεία και ποιος συνδυασμός θα μου έδινε το καλύτερο ποσοστό θνησιμότητας. Στατιστικά μιλώντας, η χημειοθεραπεία δε θα βελτίωνε τις πιθανότητές μου για επιβίωση και ήθελα κάποτε να μπορέσω να κάνω παιδιά.
Επέλεξα έξι εβδομάδων ακτινοβολίες με ορμονική θεραπεία. Επειδή ο όγκος μου ήταν πολύ θετικός στα οιστρογόνα, χρησιμοποιήθηκε η θεραπεία με ορμόνη - ταμοξιφαίνη - για να εμποδίσει τα οιστρογόνα να φτάσουν στα κύτταρα και να αποτραπεί η δημιουργία πιθανών μελλοντικών όγκων. Έκανα, επίσης, ενέσεις στις ωοθήκες, που μείωναν τα επίπεδα των οιστρογόνων μου και με έθεταν σε προσωρινή εμμηνόπαυση.
Η ακτινοβολία με κατατρόπωσε. Εξωτερικά, όμως, έδειχνα σχεδόν το ίδιο. Κανείς δε θα μπορούσε να πει πως κάτι δεν πήγαινε καλά με μένα. Ναι, ήμουν εξαντλημένη, αλλά ακόμα έδειχνα φυσιολογική. Και αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό, όταν περνάς μέσω μιας τέτοιας τρομακτικής διαδικασίας.
Η κοινότητα στο νοσοκομείο, που ήταν μαζί μου κατά τη διάρκεια της θεραπείας, έκανε την όλη διαδικασία σχεδόν απολαυστική… Οι φίλοι και η οικογένειά μου έρχονταν πάντα μαζί μου στην κλινική. Ήταν επίσης κατά τη διάρκεια της ακτινοβολίας που ο Κώστας μού έκανε πρόταση γάμου. Βγαίναμε μαζί 10 χρόνια, αλλά ήταν ο καρκίνος που τού έδωσε την ώθηση για να το επισημοποιήσει!
Μετά το πέρας της θεραπείας μου, επισκεφτήκαμε ένα γιατρό γονιμότητας, που πρότεινε να κάνουμε εξωσωματική γονιμοποίηση. Ευτυχώς, από τον πρώτο γύρο έμεινα έγκυος και η ευτυχία μας ήταν διπλή, αφού περίμενα δίδυμα. Μία ολοκληρωμένη οικογένεια.
Έξι χρόνια μετά, είμαι εντελώς «καθαρή» και οι πιθανότητές μου για καρκίνο είναι πλέον στατιστικά οι ίδιες με οποιονδήποτε άλλον. Εξακολουθώ να έχω μια μαστογραφία, ένα υπερηχογράφημα και μια μαγνητική τομογραφία κάθε χρόνο, και κάθε έξι μήνες, πάω για ένα τυπικό check up και υπερηχογράφημα.
Ο καρκίνος του μαστού δε με άλλαξε. Φυσικά, εύχομαι να μην τον είχα περάσει ποτέ. Αλλά τώρα, έχω μιλήσει με άλλους ανθρώπους που περνούν παρόμοια εμπειρία και ελπίζω ότι θα βρουν την ιστορία μου καθησυχαστική. Δεν ορίζομαι από τον καρκίνο του μαστού: είναι κάτι που συνέβη σε μένα, αλλά δεν είμαι εγ
Όταν όλα φαίνονται μάταια και απέλπιδα, η ζωή σου απλώνει το χέρι
Ήταν εννέα μηνών η κορούλα τους, όταν ανέβασε πυρετό. Χωρίς να το σκεφτούν, την πήραν αμέσως στο νοσοκομείο, θεωρώντας μάλιστα πως ήταν κάπως υπερβολικοί.
Στο νοσοκομείο, οι γιατροί είπαν πως η κοιλίτσα της φαινόταν μεγαλύτερη από το κανονικό και προχώρησαν σε κάποιες εξετάσεις. Γρήγορα απέκλεισαν τη λευχαιμία... Σοκ για τους γονείς που δεν τους πέρασε καθόλου απ’ το μυαλό πως η κατάσταση θα μπορούσε να ήταν τόσο σοβαρή. Βρήκαν, όμως, έναν όγκο στην κοιλιά της.
Όταν οι γιατροί τούς ανακοίνωσαν ότι υπάρχουν υποψίες ο όγκος να είναι νευροβλάστωμα, ηρέμησαν κάπως, κυρίως γιατί ποτέ πιο πριν δεν είχαν ακούσει για αυτόν τον τύπο καρκίνου. Ωστόσο, όσο περνούσε ο καιρός, συνειδητοποίησαν ότι ήταν το χειρότερο είδος καρκίνου που θα μπορούσε να τους τύχει. Το νευροβλάστωμα είναι η κύρια αιτία θανάτων από καρκίνο σε παιδιά κάτω των πέντε ετών και η κορούλα τους είχε την πιο επιθετική μορφή.
Πέρασε επτά μήνες εξαντλητικής θεραπείας. Είχε υποστεί επτά γύρους από χημειοθεραπεία υψηλών δόσεων, δύο εγχειρήσεις, μία μεταμόσχευση βλαστικών κυττάρων, τέσσερις εβδομάδες ακτινοθεραπείας και περίπου 30 γενικά αναισθητικά.
Ζούσαν κυριολεχτικά στο θάλαμο ογκολογίας. Κάθε βράδυ ήλπιζαν ότι θα τα κατάφερναν. Τους είχα πει πολλές φορές ότι θα μπορούσε να πεθάνει ως αποτέλεσμα της θεραπείας ή πως από κάποια λοίμωξη του συστήματός της δε θα μπορούσε να εγχειριστεί. Όμως είχαν ελπίδα . Εκείνη ανταποκρίθηκε καλά. Το Δεκέμβριο του 2008 επιτέλους η αρρώστια ήταν σε ύφεση. Οι γιατροί είπαν πως μια υποτροπή ίσως να απέβαινε μοιραία. Οι εννέα μήνες που η κατάσταση παρέμεινε σε ύφεση ήταν υπέροχοι. Τα μαλλιά της επέστρεψαν, κατάφερε να τρέξει, να ζωγραφίσει, να πάει στην παραλία και το ζωολογικό κήπο. Ήταν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, που η Λούσι έμεινε ξανά έγκυος.
Το Σεπτέμβριο του 2009, όταν ήταν τεσσάρων μηνών έγκυος, ένας νέος όγκος εμφανίστηκε. Ήταν νευροβλάστωμα και πάλι. Ο κόσμος τους κατάρρευσε για δεύτερη φορά. Η Λούσι ζήτησε πληροφορίες σχετικά με κάθε θεραπευτική επιλογή σε όλο τον κόσμο. Οι προοπτικές ήταν δυσοίωνες. Ο νέος όγκος αφαιρέθηκε και άρχισε νέες ακτινοθεραπείες, στο τέλος των οποίων εμφανίστηκαν έξι νέοι όγκοι και ο καρκίνος εξαπλώθηκε στα οστά. Λίγο πριν τα Χριστούγεννα τούς ανακοίνωσαν πως δεν είχαν καμία πιθανότητα να νικήσουν την ασθένεια. Σε λίγες μέρες θα παρακολουθούσαν ανήμποροι το κορίτσι τους, ενώ η αρρώστια το λεηλατούσε.
Στο μεταξύ η εγκυμοσύνη της Λούσι πλησίαζε στο τέλος της. Σκέφτηκε να επισπεύσει τη γέννηση τους γιου της, ώστε η Σιένα να γνωρίσει το μικρό της αδελφό, όμως μετά συνειδητοποίησε πως ήταν καλύτερα να ήταν αποκλειστικά κοντά της. Τις τελευταίες μέρες ο άντρας της και η Λούσι κάθονταν με τις ώρες στο κρεβάτι με τη Σιένα, παρακολουθώντας τα αγαπημένα της DVD. Μπορούσε να αισθανθεί το μωρό μέσα στα σπλάχνα της να κλοτσά, τη στιγμή που η μικρή Σιένα έφευγε για πάντα. Πέντε μέρες μετά το θάνατό της, γεννήθηκε ο αδερφός της. Ήταν σαν μια διασταύρωση των δύο κόσμων. Λες και ήταν ψέμα.
Μέχρι το θάνατο της Σιένα, η Λούσι κατάφερνε να μένει δυνατή. Στη συνέχεια όμως κατέρρευσε. Της έλλειπε η ενέργειά και η φασαρία της κόρης της. Για τον επόμενο ένα χρόνο, ξυπνούσε κάθε πρωί ελπίζοντας πως όλο αυτό ήταν ένας εφιάλτης. Αν δεν ήταν ο γιος της, θα ήταν πολύ πιο δύσκολο. Αυτός τη βοήθησε να δει πως η ζωή δεν μπορεί να σταματήσει εντελώς, ότι υπάρχουν και άλλα άτομα που χρειάζονται την αγάπη της. Με τον καιρό έμαθε να διαχειρίζεται τον πόνο, αλλά δεν είναι σίγουρη αν θα καταφέρει ποτέ να τον διώξει.
Ποτέ δεν της είναι εύκολο να μιλάει για το θάνατο της κόρης της. Θα μπορούσε να είχε κλείσει την πόρτα σε αυτό το κεφάλαιο της ζωής της, αλλά δεν μπορεί να δεχτεί ότι η νόσος της Σιένα εξακολουθεί να υφίσταται. Πιστεύει ότι αν είχε γίνει περισσότερη έρευνα, η Σιένα θα ήτανζωντανή. Θέλει να δώσει σε άλλα παιδιά την ευκαιρία που η κόρη της δεν είχε…
Υπάρχουν μερικές ιστορίες απ’ αυτές που σε κάνουν να δακρύζεις και να αναρωτιέσαι. Ήτανε Δευτέρα βράδυ, όταν μαζέψανε στο αστυνομικό τμήμα της Ομόνοιας δέκα πόρνες από την οδό Μενάνδρου. Όλες τους αλλοδαπές, εκτός από μία, την Άννα. Τις πετάξανε όλες μαζί σ’ ένα κελί. Σε λιγότερο από μία ώρα, όλες οι αλλοδαπές ήταν ελεύθερες. Βλέπετε είχαν το νταβατζή τους να «καθαρίζει». Συνηθισμένη κατάσταση, είχε γίνει πια ρουτίνα γι’ αυτές.
Στο αστυνομικό τμήμα είχε μείνει μία μόνο, η Ελληνίδα. Δεν την είχαν ξαναδεί, δεν ήταν από τις σεσημασμένες. Και όπως και να το κάνουμε δεν είναι το πιο συνηθισμένο να βλέπεις Ελληνίδες πόρνες. Στο τσαντάκι της, εκτός από την ταυτότητά της, βρήκαν και μία φωτογραφία ενός βρέφους λίγων μηνών. Η Άννα τούς κίνησε την περιέργεια. Ήθελαν να μάθουν περισσότερα για την Ελληνίδα πόρνη. Από μια σειρά ερωτήσεων έμαθαν τα πάντα. Το μωρό ήταν δικό της, έξι μηνών, το φύλαγε ο άντρας της, χωρίς ο ίδιος να ξέρει πού βρισκόταν και τι έκανε η γυναίκα του τα βράδια. Στο τμήμα είχαν όλοι σοκαριστεί. Ένα μεγάλο «γιατί» ήταν το πρώτο που τους ήρθε στο μυαλό. Αυτό το «γιατί» ήταν που βασάνιζε και την Άννα. Γιατί να φτάσει μέχρι εδώ; Πώς από ένα πτυχίο της Φιλοσοφικής Αθηνών και ένα μεταπτυχιακό στην ιστορία της Τέχνης, που κατάφερε να αποκτήσει με τεράστιο κόπο, βρέθηκε να δουλεύει σε ένα σούπερ μάρκετ για 480 ευρώ το μήνα; Πώς να μεγαλώσει το παιδί της, όταν αυτά τα 480 ευρώ, που είναι το μοναδικό εισόδημα στο σπίτι αφού ο άντρας της αναγκάστηκε να κλείσει το μαγαζί του και δε λογίζεται ούτε άνεργος, για να δικαιούται έστω και ένα πενιχρό επίδομα, δεν αρκούν ούτε για το νοίκι και τα κοινόχρηστα. Πώς να πληρώσει το ρεύμα και πώς μετά από όλα αυτά να αγοράσει το γάλα του παιδιού της. Και τι γάλα; Όχι το συνηθισμένο, που αγοράζεις απ’ το περίπτερο. Το άλλο, που στοιχίζει 20 ευρώ και είναι για τα μωρά. Γιατί τα βρέφη δεν μπορούν να φάνε τις φακές που φέρνει κάθε μέρα ο άντρα της απ’ τα συσσίτια, ούτε να καταλάβουν πως τη στιγμή που αυτά στερούνται το γάλα τους, υπάρχουν άνθρωποι που πλουτίζουν ακόμα περισσότερο, στην πλάτη τους. Με μισό σεντ στο πορτοφόλι και τη φωτογραφία του παιδιού της, η Άννα οδηγήθηκε στην οδό Μενάνδρου. Τριάντα ευρώ ο πελάτης. Δυο- τρεις πελάτες και να σου το γάλα του μωρού και να σου τα κοινόχρηστα. Τριάντα ευρώ, τόσα ήταν η τιμή της. Η αλήθεια είναι πως δεν ήταν η πρώτη φορά που το έκανε. Τη μια για τα κοινόχρηστα και την άλλη για το λογαριασμό του ρεύματος.
Τις προηγούμενες φορές την είχε γλιτώσει από τους μπάτσους. Αυτή τη φορά όμως όχι. Ο αξιωματικός υπηρεσίας έβριζε και ξανάβριζε. Για την άτιμη και απάνθρωπη κοινωνία. Κοίταξε τους συνάδελφούς του και ζήτησε να μη γράψουν τίποτα στο βιβλίο συμβάντων. Λες και δε συνέβη αυτή η σύλληψη. Την παρότρυναν να φύγει, όμως η Άννα δεν κουνήθηκε. Τα χάσανε οι μπάτσοι. Αφού ήταν ελεύθερη να φύγει, γιατί έμενε ακούνητη; Δεν ήθελε να πάει πίσω στο σπίτι, χωρίς το γάλα του μωρού. Δεν άντεχε να το ακούει άλλο να σπαράζει από το κλάμα. Δεν πρόλαβε να πάρει κανένα πελάτη και το πορτοφόλι παρέμενε με μισό σεντ και τη φωτογραφία του μωρού.
Ο αξιωματικός βάρεσε μια γροθιά στον αέρα. Στην πραγματικότητα ήθελε να βαρέσει τα λαμόγια, τους τραπεζίτες, τις πολυεθνικές, τα αφεντικά… όλους όσοι ήταν υπεύθυνοι για την κατάσταση της χώρας του. Έβγαλε ένα τάλιρο και το ακούμπησε στο τραπέζι και έπειτα τον ακολούθησαν και άλλοι. Μαζεύτηκαν αρκετά για το γάλα του μωρού. Η Άννα τα πήρε και έφυγε… Εκείνο το βράδυ μίλησε η Ανθ
«Όνειρα σταματημένα.. στόχοι ανύπαρκτοι.. μοναδικός μου στόχος ήταν η καταδίκη του σιχαμένου βιαστή μου.. με αυτή τη σκέψη κοιμόμουν και ξυπνούσα για χρόνια, ώσπου έφτασε η μέρα της δίκης… μία μέρα που δεν ήξερα αν την επομένη θα συνέχιζα να είμαι ζωντανή ή θα αυτοκτονούσα. Αυτή τη συμφωνία είχα κάνει με τον εαυτό μου.. ή θα έβγαινα νικήτρια από την αίθουσα ή θα αυτοκτονούσα την επόμενη στιγμή.
Ξημέρωσε και ξεκίνησα για το κακουργιοδικείο. Μόλις έφτασα και μπήκα στην αίθουσα, ήταν εκεί αυτός.. το ίδιο σιχαμένος όπως τότε, με μόνη διαφορά, πως στο δικαστήριο φορούσε κουστούμι.. προφανώς, γιατί κανένας δεν του έμαθε πως με ό,τι κι αν ντύσει το σώμα του, η ψυχή και το μυαλό του παραμένουν το ίδιο βρώμικα και τρισάθλια… κι αυτό ήταν που έπρεπε να αποδείξω.. πως πίσω από αυτά τα «καλά» ρούχα, κρύβεται ένας δολοφόνος, ένας διεστραμμένος βιαστής που με βίαζε επανειλημμένα για ώρες, ξεφτιλίζοντάς με ως γυναίκα, ως άνθρωπο και κατέστρεφε με αυτές του τις πράξεις τη ζωή και τα όνειρά μου. Ήθελα να του χιμήξω απ’ το μίσος που ένιωθα γι’ αυτόν.. ήθελα να ουρλιάξω απ’ την απόγνωση για όσα μου κατέστρεψε.. ήθελα να ξεσπάσω σε λυγμούς, απ’ το φόβο για όσα θα διαδραματίζονταν εκεί μέσα. Τελικά, η λογική και η αξιοπρέπειά μου υπερίσχυσαν των συναισθημάτων μου κρατώντας με ψυχρή και ανέκφραστη, πράγμα που με βοήθησε πολύ στη συνέχεια.
Μετά από λίγα λεπτά, η έδρα ζήτησε να πάω μπροστά.. καλούμουν να πω λεπτομερώς όλα όσα μου έκανε αυτός ο βρωμιάρης τότε.. κι αυτό έκανα.. πήγα μπροστά και άρχισα να μιλάω με λεπτομέρειες, με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες.. μιλούσα και ένιωθα τα σιχαμένα χέρια του πάνω μου.. μιλούσα και ένιωθα τα σιχαμένα χείλη του.. μιλούσα και άκουγα την αηδιαστική φωνή του στ’ αφτιά μου.. μιλούσα με τέτοια συναισθηματική φόρτιση που ένιωθα το σώμα μου να παραλύει.. το κεφάλι μου να βουίζει και τα μάτια μου να θολώνουν σε βαθμό λιποθυμίας. Όσο όμως και να ήθελα να φύγω εκείνη τη στιγμή από κει μέσα, δε το έκανα, γιατί ΕΠΡΕΠΕ αυτός ο βρωμιάρης να πληρώσει για ό,τι μου έκανε και να καταδικαστεί, ώστε να μην κάνει αυτά που έκανε σε μένα και σε άλλη κοπέλα-γυναίκα. Έβγαλα όλο τον πόνο της ψυχής μου και μετά πήραν θέση οι δικηγόροι του. Ανθρωπάκια ανήθικα και εξευτελισμένα που μπροστά στο χρήμα μπαίνουν στη διαδικασία να υπερασπίζονται ένα βιαστή και βαφτίζουν μες το ηλίθιο μυαλό τους την πράξη αυτή ως «λειτούργημα». Προσπάθησαν λοιπόν, αρχικά με το γάντι και υπογείως, με ερωτήσεις πονηρές και παραπλανητικές να με βγάλουν ψεύτρα και ανήθικη, δίχως όμως αποτέλεσμα.
Ήρθε και η σειρά του αποβράσματος κι όπως ήταν αναμενόμενο, για να γλιτώσει το τομάρι του, έλεγε τα άκρως αντίθετα από τα δικά μου. Μέσα μου ούρλιαζα με αυτά που άκουγα, περίμενα όμως υπομονετικά να τελειώσει όλη αυτή η κωμωδία, ώστε να πάρει το λόγο η έδρα και συγκεκριμένα ο εισαγγελέας (ο εισαγγελέας βγάζει πρώτος την απόφαση και στη συνέχεια, τα υπόλοιπα μέλη συσκέπτονται, ώστε να βγει η τελική). Μέσα σε λίγα λεπτά, τελείωσε με την απολογία του αυτός.. δεν είχε άλλωστε να πει και πολλά, είπε όλα όσα του υπέδειξαν οι δικηγόροι της δεκάρας και στη συνέχεια επέστρεψε στη θέση του.
Μετά από λίγο, ήρθε η σειρά του εισαγγελέα… η στιγμή που περίμενα χρόνια.. η στιγμή που θα με δικαίωνε ή θα με σκότωνε.. η στιγμή που θα μου έδινε το εισιτήριο της ζωής ή το εισιτήριο του θανάτου!!! Από όλη τη διαδικασία της δίκης αυτό ήταν το πιο δυνατό της σημείο και το πιο κρίσιμο της ζωής μου. Ο εισαγγελέας μιλούσε, αλλά παρ’ όλα αυτά δεν άκουγα τίποτα.. προσπαθούσα να προετοιμάσω τον εαυτό μου για τα χειρότερα, ώσπου τελικά βγήκε από τα χείλη του η λέξη ΕΝΟΧΟΣ… στο άκουσμα αυτής της λέξης, ένιωσα τη ζωή επιτέλους να μου χαμογελά μετά από όλα αυτά που πέρασα.. συναισθήματα τόσο έντονα που δεν πρόκειται να ξανανιώσω ποτέ στη ζωή μου.. η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά από ευχαρίστηση, που πίστευα πως ακούγεται σε όλη την αίθουσα.. ήθελα να ξεσπάσω σε κλάματα.. κλάματα χαράς και δικαίωσης.. πριν συμβεί όμως αυτό, ήρθε η απόλυτη λύτρωση, καθώς άκουσα τον σιχαμένο να κλαίει.. όσο άκουγα το κλάμα του, τόσο αγαλλίαζε η ψυχή μου.. όσο έβλεπα το αηδιαστικό του πρόσωπο να σπάει από φόβο, τόσο φώτιζε το δικό μου από δικαίωση.. όσο έβλεπα τα χέρια του να τρέμουν, τόσο ηρεμούσα.
Έτσι, ξεκίνησε και η δεύτερη κωμωδία.. η αγόρευση των δικηγόρων του, ώστε να πείσουν τα υπόλοιπα μέλη της έδρας πως ο βρωμιάρης ήταν αθώος. Δυστυχώς γι’ αυτούς, ΔΕ ζητούσα χρηματική αποζημίωση.. ζητούσα ΜΟΝΑΧΑ την καταδίκη του για όσα μου έκανε. Τα χρήματα με άφηναν παγερά αδιάφορη.. εξάλλου, η δικαίωση και η βεβήλωση της ψυχής δε μετριέται και δε συγκρίνεται με τον πλούτο όλου του κόσμου. Τα ανθρωπάκια αυτά λοιπόν, δεν μπορούσαν να ισχυριστούν πως κατήγγειλα τον ψεύτικο κατά την άποψή τους βιασμό μου, ώστε να πάρω χρήματα, οπότε χρησιμοποίησαν άλλα μέσα, τα οποία δε με άγγιζαν.. κάθε άλλο, όσο τους άκουγα να με χαρακτηρίζουν ως αρπαχτικό, τόσο χαιρόμουν.. όσο τους άκουγα να με λένε πόρνη πολυτελείας, τόσο ηρεμούσε η ψυχή μου… όσο τους άκουγα να με λένε ανήθικη και πως έρχομαι σε σεξουαλική επαφή με κάθε αρσενικό, τόσο πιο δυνατή ένιωθα.. και όλο αυτό γιατί; Γιατί αντιλαμβανόμουν το φόβο και τον πανικό τους για την τελική απόφαση, η οποία ήρθε μετά από λίγη ώρα να ολοκληρώσει την όλη διαδικασία.. ΕΝΟΧΟΣ ήταν η λέξη που ακούστηκε για δεύτερη και τελευταία φορά!!!!
Βγήκα τελευταία από την αίθουσα.. μόλις έκλεισα την πόρτα, άφησα τα πάντα πίσω μου.. όχι μόνο τις αναμνήσεις του βιασμού μου, αλλά κι όλα όσα δε με γέμιζαν ή δε με χαρακτήριζαν ως άνθρωπο στη ζωή μου πριν απ’ αυτό.. Η συνεδρίαση έληξε.. η νέα μου ζωή όμως, μόλις είχε ξεκινήσει!!!!!!!!!»
της Emily Kingsley
(1987)
Συχνά, μου ζητούν να περιγράψω πώς είναι να μεγαλώνεις ένα παιδί με ειδικές ανάγκες… Λοιπόν είναι κάπως έτσι…
Όταν πρόκειται να αποκτήσεις ένα μωρό, είναι σαν να σχεδιάζεις ένα τέλειο ταξίδι αναψυχής στην Ιταλία. Αγοράζεις τόμους από ταξιδιωτικούς οδηγούς και κάνεις τα τέλεια σχέδια σου… θα δεις το Κολοσσαίο, το Δαυίδ του Μιχαήλ Άγγελου, τις γόνδολες στην Βενετία. Μπορεί ακόμα να μάθεις και κάποιες φράσεις στα ιταλικά. Όλα είναι πολύ συναρπαστικά.
Μετά από μήνες μεγάλης προσμονής η μεγάλη μέρα φτάνει. Ετοιμάζεις τις βαλίτσες σου και αναχωρείς. Μετά από αρκετές ώρες, το αεροπλάνο προσγειώνεται. Η αεροσυνοδός έρχεται και σου λέει: «Καλωσορίσατε στην Ολλανδία!».
«Ολλανδία;;; τι εννοείς Ολλανδία; Εγώ είχα πτήση για Ιταλία. Όλη μου τη ζωή ονειρευόμουν να πάω στην Ιταλία!!»
Όμως υπήρξε μια αλλαγή στην πτήση και προσγειωθήκαμε στην Ολλανδία. Εκεί πρέπει να μείνεις. Βέβαια το σημαντικό είναι ότι δε σε πήραν σε κάποιο απαίσιο, βρώμικο μέρος γεμάτο αρρώστιες και πείνα.
Είναι απλά ένα διαφορετικό μέρος. Έτσι αναγκάζεσαι να πας και να αγοράσεις άλλους ταξιδιωτικούς οδηγούς. Και πρέπει να μάθεις μια εντελώς διαφορετική γλώσσα. Και θα γνωρίσεις ανθρώπους που ποτέ δε θα συναντούσες.
Είναι απλά ένας διαφορετικός τόπος. Οι ρυθμοί ζωής είναι πιο αργοί, λιγότερο φανταχτεροί σε σχέση με την Ιταλία. Αλλά όταν βρεθείς εκεί, αφού πάρεις μια βαθιά αναπνοή και κοιτάξεις γύρω σου… θα αρχίσεις να παρατηρείς ότι η Ολλανδία έχει ανεμόμυλους… και τουλίπες…
Αλλά όλοι όσοι ξέρεις όλο πάνε και έρχονται στην Ιταλία… και όλο λένε πόσο υπέροχα πέρασαν εκεί.. και εσύ για την υπόλοιπη σου ζωή θα λες «Ναι, εκεί θα πήγαινα και εγώ. Έτσι τα είχα σχεδιάσει...»
Και ο πόνος για αυτή την απώλεια του ονείρου ποτέ μα ποτέ δε θα φύγει. Γιατί ήταν κάτι πολύ σημαντικό για σένα η Ιταλία.
Αλλά.. αν περάσεις όλη σου τη ζωή πενθώντας επειδή δεν πήγες στη Ιταλία, δε θα μπορέσεις ποτέ να απολαύσεις αυτά τα πολύ ιδιαίτερα, τα πολύ αξιαγάπητα που έχει η Ολλανδία!
----
H Emily Kingsley ανήκει στη δημιουργική ομάδα του Sesame Street, για το οποίο γράφει κείμενα από το 1970. Για τα κείμενά της έχει βραβευτεί με 12 βραβεία Emmy, ενώ έχει γράψει πάνω από 20 βιβλία.
Ο γιος της, Jason, γεννήθηκε το 1974 με σύνδρομο Down. Η Kingsley αγωνίζεται για τα παιδιά με ειδικές ανάγκες.
Ένα χειρότερο ποσοστό ανεργίας από ό,τι στην Ελλάδα. Ένα ισπανικό οικονομικό θαύμα που έγινε καταστροφή. Μια χαμένη γενιά των αγανακτισμένων, χωρίς σπίτια, δουλειά, χωρίς πίστη στο σύστημα. Και ακριβώς στο κέντρο της Ανδαλουσίας, η Μαριναλέδα. Η κομμουνιστική ουτοπία υπό την ηγεσία του επαναστάτη – ποιητή Χουάν Μανουέλ Σάντσεζ Γκορντίγιο, μια πόλη των ακτημόνων εργατών που για περισσότερο από 30 χρόνια πολεμούν τον καπιταλισμό και μέχρις στιγμής κερδίζουν.
Περίπου 100 χιλιόμετρα ανατολικά της Σεβίλλης στην Ισπανία βρίσκεται μια μικρή πόλη, 2700 κατοίκων, που ονομάζεται Μαριναλέδα. Είναι μια από τις πολλές πόλεις της Σεβίλλης που η οικονομία τους βασίζεται στη γεωργία και περιβάλλεται από χιλιόμετρα γεωργικών πεδινών εκτάσεων.
Αυτό που κάνει διαφορετική τη Μαριναλέδα από οποιοδήποτε άλλο μέρος της Ισπανίας, και ενδεχομένως της Ευρώπης, είναι ότι τα τελευταία 30 χρόνια υπήρξε κέντρο συνεχούς εργατικού αγώνα και τόπος ανάπτυξης της πραγματικής μορφής του σοσιαλισμού.
Τη δεκαετία του 1970 – 80, στα πλαίσια του αγώνα για εξεύρεση θέσεων εργασίας, οι κάτοικοι της Μαριναλέδα συμμετείχαν σε χρόνιες καταλήψεις και τέλος προχώρησαν σε απαλλοτριώσεις της γης από τους τοπικούς γαιοκτήμονες. Οδηγήθηκαν από ένα χαρισματικό συνδικαλιστή, που ονομάζεται Χουάν Μανουέλ Σάντσεζ Γκορντίγιο, ηγέτη του Σωματείου Εργαζόμενων Αγροτών, ο ποίος το ’79 εκλέχθηκε δήμαρχος και από τότε το κόμμα του κατέχει την πλειοψηφία στο τοπικό συμβούλιο. Το τεράστιο κτήμα ‘El Humoso Farm’ (Η καπνιστή φάρμα) παραδόθηκε στους αγρότες της περιοχής και δημιουργήθηκε ο Συνεταιρισμός της Μαριναλέδα, όπου σήμερα εργάζεται η πλειοψηφία των κατοίκων. Καλλιεργούνται εκεί αγκινάρες, πιπεριές, φασόλια, σιτάρι και παράγεται εκλεκτό λάδι. Η γη πλέον ανήκει στην κοινωνία και οι εργάτες είναι αυτοί που έχουν επίβλεψη όλης της παραγωγής. Κάθε εργαζόμενος πληρώνεται τον ίδιο μισθό, ανεξάρτητα από τη θέση εργασίας του. Ο μισθός αυτός ανάγεται στα €47 την ημέρα, για 6 ½ ώρες εργασίας, δηλαδή 1.128 ευρώ το μήνα. Φαίνεται ότι το πείραμα πέτυχε, αφού το τρέχον ποσοστό της ανεργίας είναι στο 0%.
Για την κοινότητα, ο δήμαρχός τους είναι «ο Ρομπέν των Φτωχών». Πρόσφατα ο 60χρονος επαναστάτης ξεσήκωσε για ακόμα μια φορά τις αντιδράσεις, όταν ηγήθηκε επιδρομής σε σούπερ – μάρκετ, προκειμένου να μοιράσει τρόφιμα σε άπορους. Δε δίστασε μάλιστα να δηλώσει πως θα ξεκινήσει μια πορεία κατά μήκος της Ανδαλουσίας, τριών εβδομάδων, προκειμένου να ξεσηκώσει τον κόσμο ενάντια στα μέτρα λιτότητας και να πάρει με το μέρος του και άλλους ηγέτες της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Η Μαριναλέδα έχει αναπτύξει μια μοναδική μορφή πραγματικής σοσιαλιστικής παροχής στέγασης. Σε αντίθεση με την αχαλίνωτη κερδοσκοπία που έχει καταστρέψει την ισπανική αγορά εργασίας, ένα μεγάλο μέρος του σχεδίου στέγασης στην Μαριναλέδα έχει οικοδομηθεί πάνω σε δημοτική έκταση από τον τοπικό πληθυσμό. Οι κάτοικοι μπορούν στη συνέχεια να γίνουν οι ιδιοκτήτες των σπιτιών πληρώνοντας μόνο €15 το μήνα, συμβάλλοντας παράλληλα σε ένα συμφωνημένο αριθμό ωρών εργασίας κάθε μήνα για την κατασκευή του σπιτιού. Υπάρχει μια σαφής συμφωνία ότι δεν μπορούν να πουλήσουν τα σπίτια, ανά πάσα στιγμή στο μέλλον. Το όλο σύστημα διασφαλίζει πως οι ιδιοκτήτες δεν έχουν υποθήκες και δεν υπάρχει η δυνατότητα της χρηματοοικονομικής κερδοσκοπίας.
Βάσει των σοσιαλιστικών αρχών, που ορίζουν πως η εξουσία πρέπει να είναι στα χέρια των κατοίκων, το τοπικό συμβούλιο έχει ορίσει γενικές συνελεύσεις, 25 με 30 φορές το χρόνο, όπου οι κάτοικοι εκφράζουν τις ανησυχίες τους και ψηφίζουν για ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, από τα φεστιβάλ και τη χωροταξία, μέχρι θέματα αθλητισμού, οικολογίας και ειρήνης. Επίσης γίνονται «συμμετοχικοί προϋπολογισμοί», σύμφωνα με τους οποίους κάθε χρόνο συζητούνται οι προτεινόμενες επενδύσεις και δαπάνες του συμβουλίου. Ορίστηκαν επίσης «Κόκκινες Κυριακές», κατά τη διάρκεια των οποίων οι ντόπιοι εργάζονται εθελοντικά στην κοινότητα.
Μπορείτε να σκεφτείτε μια πόλη, όπου δεν υπάρχει τοπική αστυνομική δύναμη; Η Μαριναλέδα είναι η μοναδική πόλη στην Ισπανία και στην Ευρώπη που διάλυσε την τοπική αστυνομική της δύναμη , εξοικονομώντας με αυτό τον τρόπο €260.000 ετησίως.
Η κοινωνική πρόνοια της πόλης είναι επίσης εξαιρετική. Υπάρχουν σύγχρονα σχολεία και κέντρο υγείας, άρτια εξοπλισμένο αθλητικό κέντρο, υπηρεσίες στο σπίτι για τους ηλικιωμένους, κέντρο συνταξιούχων, πολιτιστικό κέντρο, πισίνα, γήπεδο ποδοσφαίρου, άψογο φυσικό πάρκο και κήποι. Ίσως το πιο εντυπωσιακό είναι το νηπιαγωγείο της πόλης, που ανοίγει από τις 7 πμ ως τις 16:00 και κοστίζει μόλις €12, ανά μήνα για κάθε παιδί.
Μια συναρπαστική πτυχή της πόλης είναι ότι δεν υπάρχει σχεδόν καμία εμπορική διαφήμιση στους δρόμους. Μπορεί να μην είναι μια εσκεμμένη πολιτική, το σίγουρο όμως είναι πως έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την υπόλοιπη Ισπανία. Η Μαριναλέδα προωθεί μια εναλλακτική ιδεολογία, που βασίζεται στην αλληλεγγύη, τη γενναιοδωρία και το συλλογικό πνεύμα.
Στην εποχή του άκρατου νεοφιλελευθερισμού και της παγκόσμιας οικονομική κρίσης, η Μαριναλέδα και η ριζοσπαστική πολιτική πορεία που έχει ακολουθήσει είναι ένα θαυμάσιο παράδειγμα για το τι μπορεί να γίνει, όταν οι άνθρωποι αγωνίζονται από κοινού. Ένας καλύτερος κόσμος είναι δυνατόν να υπάρξει.