ΑμεΑ: «Μάχη» για πραγματική ισότητα
Τα άτομα με αναπηρίες αποτελούν μια κοινωνική ομάδα που σε Ευρωπαϊκό επίπεδο έχει ξεπεράσει σε μεγάλο βαθμό τον κοινωνικό αποκλεισμό, τα προβλήματα προσβασιμότητας, έχει κερδίσει αρκετές μάχες για εκπαίδευση και εργασία. Δεν είναι αντικείμενο γενικής φιλανθρωπίας, είναι μέλη της κοινωνίας που προχωρούν ισότιμα στον κόσμο. Εδώ;
Δεν έχει περάσει πολύς καιρός που ένα από τα κεντρικά θέματα των ειδήσεων, στην τηλεόραση και τα έντυπα της χώρας, ήταν η διεξαγωγή του Ραδιομαραθωνίου για τα άτομα με αναπηρίες. Οι πολιτικοί υποδέχθηκαν παιδιά με ειδικές ανάγκες στο Κοινοβούλιο και άκουσαν αιτήματα, παράπονα αλλά και όνειρα των παιδιών. Όνειρα που τελικά συνοψίζονταν στο εξής ένα; Τα παιδιά θέλουν να έχουν μέλλον.
Μπορεί όμως η κοινωνική πολιτική για τα άτομα με αναπηρία να έχει ως κεντρικό της σύμβολο μια φιλανθρωπική εκδήλωση; Τα άτομα αυτής της ευπαθούς ομάδας της κοινωνίας την περίοδο της κρίσης χρειάζονται κάτι παραπάνω από τη φιλανθρωπία και την αλληλεγγύη των συνανθρώπων τους. Χρειάζονται αρχικά μια ευκαιρία να βρουν τις δικές τους δυνάμεις και την αρωγή της πολιτείας, για να έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν τις δυνάμεις αυτές στην κοινωνία σαν ισότιμα μέλη.
ΤΟ ΑΝΑΠΗΡΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΑΝΤΙΔΡΑ
Το ίδιο το Αναπηρικό κίνημα αντιδρά για τη διοργάνωση του ραδιομαραθωνίου στην Κύπρο, θεωρώντας πως είναι περισσότερο προσβλητικός παρά βοηθητικός για τα άτομα με αναπηρία. Όπως υποστηρίζουν φορείς του αναπηρικού κινήματος, η συλλογή χρημάτων «γενικώς και αορίστως» εξυπηρετεί κυρίως την ανάδειξη και προβολή της προσφοράς των «εχόντων και κατεχόντων». Παραβιάζοντας το δικαίωμα των ανθρώπων, που υποτίθεται ότι συνδράμει στον αυτοπροσδιορισμό, αγνοώντας τη βασική αρχή των ατόμων με αναπηρία «τίποτε για εμάς, χωρίς εμάς», αφού οι εκδηλώσεις του διεξάγονται από άτομα χωρίς τις απαιτούμενες γνώσεις, όπως επισημαίνει ο ΚΥΣΟΑ (Κυπριακή Συνομοσπονδία Οργανώσεων Αναπήρων), δίνει άλλοθι στην ανεπάρκεια και αδιαφορία των αρμόδιων κρατικών φορέων, που οφείλουν να αντιμετωπίζουν τα άτομα με αναπηρία και ειδικές ανάγκες ως ίσους μεταξύ ίσων στην κοινωνία.
Ο Ραδιομαραθώνιος «δεν προσβάλλει μόνο τα άτομα με αναπηρία ως ισότιμα υποκείμενα κοινωνικών δικαιωμάτων, διότι εμπορευματοποιεί την αναπηρία και «επενδύει» σε λογικές κοινωνικού οίκτου και ελέους, αλλά κατά μείζονα λόγο την Κύπρο ως σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα και την κυπριακή κοινωνία στο σύνολό της», σημειώνει σε σχετική της ανακοίνωση η Παγκύπρια Οργάνωση Τυφλών. Στην ίδια ανακοίνωση η Παγκύπρια Οργάνωση τυφλών επισημαίνει με σκληρή γλώσσα ότι: «Το προϊόν Ραδιομαραθώνιος επιβάλλει βίαια στην Κυπριακή κοινωνία στάσεις και αντιλήψεις προσβλητικές για τα άτομα με αναπηρία και τις οργανωμένες διεκδικήσεις τους, συντηρώντας στερεότυπα και προκαταλήψεις ξεπερασμένες στον πολιτισμένο κόσμο εδώ και δεκαετίες» και καταλήγει στο αυτονόητο συμπέρασμα πως «Τα άτομα με αναπηρία δε διεκδικούν κοινωνικό οίκτο ή προσφωνήσεις ψευτο-θαυμασμού, διεκδικούν πολιτικές ισότιμης κοινωνικής ένταξης».
Πράγματι, το αναπηρικό κίνημα στην Κύπρο έχει δυνατή φωνή. Φωνή περήφανη που δεν αντέχει να τσαλακώνεται συνεχώς από την πραγματικότητα. Αντιμάχεται τις παρωχημένες απόψεις περί μιας ομάδας που χρήζει ελεημοσύνης και παλεύει και για να εξασφαλίσει την ειδική μέριμνα, που θα της επιτρέψει να πορεύεται με αξιοπρέπεια. Κι ο βασικός λόγος που αντιδρά σε δομές που νιώθει ότι δεν προσφέρουν ουσιαστικές λύσεις είναι ότι τα προβλήματα χρονίζουν, εμποδίζοντάς τους ακόμα και στο 2012 να νιώσουν την ισότητα, που ξέρουν ότι έχουν εξασφαλίσει «στα χαρτιά».
ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ Η ΠΡΟΣΒΑΣΙΜΟΤΗΤΑ
Η προσβασιμότητα των ατόμων με αναπηρία στο κέντρο των πόλεων, σε υπηρεσίες, αλλά και η ελεύθερη μετακίνησή τους, είναι ένα διαχρονικό πρόβλημα που ζητά απάντηση και λύση στην κυπριακή κοινωνία. Φωτεινή εξαίρεση στα ζητήματα προσβασιμότητας αποτελεί ίσως η πόλη της Λάρνακας, που μάλιστα έχει βρεθεί στην τρίτη θέση ανάμεσα σε 2,268 Ευρωπαϊκές πόλεις στον διαγωνισμό European Mobility Award. Σε ό,τι αφορά στην πρωτεύουσα, η εικόνα είναι αποκαρδιωτική. Εκτός από το γεγονός ότι σε αρκετά σημεία της πόλης δεν υπάρχουν πεζοδρόμια, όσα υπάρχουν και έχουν πρόβλεψη για πρόσβαση από ΑμεΑ συχνά είναι κατειλημμένα από αυτοκίνητα, ιδιαίτερα τις ώρες αιχμής, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει αρκετός χώρος για την κίνηση ενός ανθρώπου με κινητικά προβλήματα, που χρειάζεται αναπηρικό καροτσάκι.
«Στη χώρα μας, σήμερα, τα άτομα με βαριές κινητικές αναπηρίες ζουν σε συνθήκες αποκλεισμού και περιθωριοποίησης, έχοντας να αντιμετωπίσουν καθημερινά διακρίσεις, όσο αφορά στην απόλαυση ίσων ευκαιριών μέσα από την πρόσβαση στα κτίρια, εξωτερικούς χώρους και υπηρεσίες. Όσα κτίρια κτίστηκαν πριν το 1999, δυστυχώς δεν απαιτείται από το νόμο να γίνουν προσβάσιμα, ούτε οι τοπικές αρχές έχουν μέχρι σήμερα πάρει πρωτοβουλίες, για να πείσουν τους ιδιοκτήτες να κάνουν τα κτίρια τους προσβάσιμα. Πού είναι η κοινωνική ευαισθησία αυτών των ιδιοκτητών και της κοινωνίας, αν ανεχόμαστε μέλη της κοινωνίας μας να ζουν αποκλεισμένα;», αναφέρει χαρακτηριστικά ανακοίνωση της Ένωσης Παραπληγικών Κύπρου αναδεικνύοντας το πρόβλημα.
Ήδη, από τον Ιανουάριο του 2011 ολοκληρώθηκε το έργο «Καθολική προσβασιμότητα στα άτομα με αναπηρία» που έχαιρε συγχρηματοδότησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από την Κυπριακή Δημοκρατία, αλλά τα εμφανή προβλήματα παραμένουν, ιδίως στα κτίρια που δεν έχουν κατασκευαστεί την τελευταία δεκαετία.
Το πρόβλημα της προσβασιμότητας αναδείχθηκε εκ νέου μέσα από τα αποτελέσματα πρόσφατης έρευνας- έκθεσης της Αρχής Ισότητας, που καταγράφει τις ανεπάρκειες ή την πλήρη έλλειψη υποδομών προσβασιμότητας στα ποδοσφαιρικά γήπεδα της χώρας. Η έκθεση εκθέτει μία ακόμη πλευρά του προβλήματος, που αποκλείει τα άτομα με αναπηρία από τη διασκέδαση. Παράλληλα, παραθέτει το σύνολο της εγχώριας και διεθνούς νομοθεσίας περί προσβασιμότητας, καταδεικνύοντας αδιαφορία από πλευράς των αρμοδίων για τα Κυπριακά ποδοσφαιρικά γήπεδα να συμμορφωθούν με την κείμενη νομοθεσία και να παρέχουν απρόσκοπτη πρόσβαση στο φίλαθλο κοινό, που αντιμετωπίζει κινητικά προβλήματα.
Η εξασφάλιση της προσβασιμότητας, όσο κι αν αφορά την πολιτεία και τις προτεραιότητες που αυτή θέτει στην χάραξη πολιτικής για τα ΑμεΑ, αφορά εξίσου και τη συμπεριφορά και την ευαισθησία των ίδιων των πολιτών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση του κ. S. F., Άγγλου υπηκόου που, σύμφωνα με τη δική του καταγγελία στην Αρχή Ισότητας, ήρθε να ζήσει στη χώρα το 2008 και έπεσε θύμα μιας συμπεριφοράς το λιγότερο απαράδεκτης, αφού στην πολυκατοικία που διέμενε συνάντησε την αντίσταση των συνενοίκων του να του παραχωρήσουν το κλειδί της τουαλέτας για ΑμεΑ, που υπήρχε στο ισόγειο του κτιρίου του. Παράδειγμα όμως της καθημερινότητας είναι και η στάθμευση συμβατικών αυτοκινήτων σε θέσεις που προορίζονται για αναπήρους, τακτική που συστηματικά απαντάται τουλάχιστον στην πρωτεύουσα. Το θετικό βέβαια είναι ότι η ποινή για το αδίκημα αυτό είναι ιδιαίτερα αυστηρή, ως όφειλε, αλλά είναι ακόμα αρκετοί αυτοί που δεν έχουν πάρει το μάθημά τους.
Η ΜΑΧΗ ΓΙΑ ΜΙΑ ΘΕΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι στην Κύπρο ήδη από το 2009 υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη, που αποκαθιστά εργασιακά άτομα με αναπηρία στο δημόσιο τομέα και μάλιστα στο υψηλότερο ποσοστό, σε σχέση με τις χώρες της Ε.Ε. (10%), ενώ έχουν διεξαχθεί και προγράμματα, που δίνουν κίνητρα σε εργοδότες του ιδιωτικού τομέα να προσφέρουν απασχόληση σε άτομα με αναπηρία. Ωστόσο, όπως επισημαίνει η ΚΥΣΟΑ υπάρχουν κενά στο νομοθετικό πλαίσιο, που συμβάλλουν στο γεγονός ότι δεν εφαρμόζεται ορθά, με αποτέλεσμα να μη βρίσκουν δουλειά άνθρωποι ικανοί να δουλέψουν. Ο ΚΥΣΟΑ, όπως επισημαίνει στο τελευταίο ενημερωτικό δελτίο της Συνομοσπονδίας, εντοπίζει το πρόβλημα εφαρμογής στην εξέταση της αναπηρίας των υποψήφιων για τις θέσεις του δημοσίου.
Όπως αναφέρεται στο δελτίο, ο ΚΥΣΟΑ έχει γίνει δέκτης παραπόνων από άτομα με αναπηρία, τα οποία παραπέμφθηκαν για αξιολόγηση στην Ειδική Πολυθεματική Επιτροπή και κρίθηκαν ως μη ανάπηρα, ενώ άτομα χωρίς πραγματική αναπηρία κρίθηκαν ανάπηρα. Η αδυναμία της ορθής εφαρμογής ενός ουσιώδους νόμου για την απασχόληση των ΑμεΑ στην Κύπρο εντοπίζεται από το ίδιο το αναπηρικό κίνημα στα εξής: Αρχικά οι εσωτερικοί κανονισμοί της αξιολόγησης των αναπήρων αποφασίστηκαν από ειδική επιτροπή, χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με το αναπηρικό κίνημα. Παράλληλα, παρά το γεγονός ότι ούτε ο Νόμος, ούτε οι Κανονισμοί προβλέπουν αξιολόγηση της λειτουργικότητας γενικά του υποψήφιου, εντούτοις το Πρωτοκόλλο Αξιολόγησης ασχολείται σε έκταση με τη λειτουργικότητα του υποψηφίου στους διάφορους τομείς της ζωής, πράγμα που δεν έχει καμιά σχέση με την καταλληλότητά του για άσκηση των καθηκόντων της συγκεκριμένης θέσης.
Μια σημαντική έλλειψη που αφορά στην απασχόληση των ατόμων με αναπηρία στην Κύπρο είναι αυτή των πρόσφατων στατιστικών στοιχείων. Τα τελευταία στατιστικά στοιχεία, που προκύπτουν από έκθεση για το εργατικό δυναμικό της Κύπρου, αναφέρουν ότι τα απασχολούμενα άτομα με αναπηρία ανέρχονται στην Κύπρο στο 25.2% του συνόλου των αναπήρων. Ποσοστό το οποίο είναι πολύ μικρό σε σύγκριση με το αντίστοιχο ποσοστό για τα Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο ανέρχεται στο 50%. Η έλλειψη αυτή είναι σημαντική, γιατί αφήνει θολή τη σημερινή εικόνα σχετικά με την απασχόληση ατόμων με αναπηρία γενικά, αλλά και ειδικότερα στο ανταγωνιστικό πεδίο του ιδιωτικού τομέα. Αφήνει άρα θολή και την εικόνα των πολλών ή λίγων επιλογών απασχόλησης που παρέχει η Κύπρος στα άτομα με αναπηρίες. Είναι γεγονός ότι το μεγαλύτερο ποσοστό αναπήρων εργάζεται και εδώ κατά κύριο λόγο στο δημόσιο, αλλά στη σημερινή εποχή της κρίσης και των μέτρων που ίσως πλήξουν σημαντικά τη λειτουργία του δημοσίου, είναι σημαντικό τα άτομα με αναπηρία να γνωρίζουν πόσες ευκαιρίες έχουν και «εκεί έξω» στο «νόμο» της ελεύθερης αγοράς.
ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ: Ο ΑΚΡΟΓΩΝΙΑΙΟΣ ΛΙΘΟΣ
Η ειδική εκπαίδευση και αγωγή στην Κύπρο είναι ένας τομέας στον οποίο διαπιστώνεται ιδιαίτερη ανάπτυξη, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στον αριθμό των ειδικών σχολείων και στην προσπάθεια για εφαρμογή της «συμπεριληπτικής εκπαίδευσης», που αφορά την ένταξη των παιδιών με αναπηρία στη γενική εκπαίδευση. Η ένταξη των παιδιών αποτελεί άλλωστε διαχρονικό αίτημα του αναπηρικού κινήματος, με τη βάση του να βρίσκεται στην ισότιμη μεταχείριση και εκπαίδευση των παιδιών με αναπηρία.
Συνολικά υπάρχουν 9 ειδικά σχολεία, ο μαθητικός πληθυσμός των οποίων μειώνεται σταδιακά από το 1999, λόγω της προσπάθειας για ένταξη των παιδιών στη γενική εκπαίδευση. Σε ανάλυση των Τιμόθεου Παπαδόπουλου (Αναπληρωτής καθηγητής, Τμήμα Ψυχολογίας του Neapolis University της Πάφου), Γιώργου Σπανούδη (Επίκουρος καθηγητής, Τμήμα Ψυχολογίας του Neapolis University της Πάφου) και της Παναγιώτας Κενδέου ( Επίκουρη καθηγήτρια, Τμήμα Ψυχολογίας του Neapolis University της Πάφου) σχετικά με την ειδική εκπαίδευση και αγωγή στην Κύπρο, σε ό,τι αφορά στην ένταξη των παιδιών στο γενικό εκπαιδευτικό σύστημα και ως επακόλουθο στην κοινωνία, αναφέρεται μια σειρά προβλημάτων και παραλείψεων.
Οφείλουμε να διευκρινίσουμε ότι η έννοια της ένταξης αποβλέπει στη λειτουργική συμμετοχή του μαθητή στις δραστηριότητες του σχολείου, εκπαιδευτικές αλλά και κοινωνικές, απολαμβάνοντας τη μέγιστη δυνατή στήριξη ενός σχολείου ανοιχτού στην εκπαίδευση όλων των παιδιών, σύμφωνα με τα αναφαίρετα δικαιώματά τους στην παιδεία και την ίση μεταχείριση. Όπως διαπιστώνεται στην ανάλυση, τα προβλήματα εντοπίζονται στην ελλιπή συνεννόηση μεταξύ των πολλών διαφορετικών δομών που εμπλέκονται στην εκπαιδευτική διαδικασία για τα παιδιά με αναπηρία, αλλά και στην ελλιπή αξιολόγηση της κατάστασης των παιδιών. Παράλληλα, επισημαίνει ότι υπάρχει έλλειψη στόχων στην εκπαίδευση των παιδιών, αλλά και έλλειψη θεωρητικών πλαισίων που να καθορίζουν τον τρόπο της εκπαίδευσης των παιδιών στον τομέα της «συμπεριληπτικής εκπαίδευσης» και πως αυτή επιτυγχάνεται μόνο με εμπειρικές παρεμβάσεις.
Ουσιαστικά αυτό που εντοπίζει και επισημαίνει η ανάλυση των καθηγητών ψυχολογίας είναι η ανάγκη για συνεχή επιμόρφωση και συνεργασία μεταξύ εκπαιδευτικών και γονέων, προκειμένου να επιτευχθεί η ομαλή και αποτελεσματική ένταξη προς όφελος των παιδιών με αναπηρία στη γενική εκπαίδευση, πράγμα που όπως διαπιστώνουν οι ίδιοι λείπει από τη χώρα μας. Και πράγματι η συνεχής εκπαίδευση των δασκάλων, αλλά και η συνεργασία τους με τους γονείς είναι στοιχεία το λιγότερο απαραίτητα, όπου αντιμετωπίζονται μαθησιακές δυσκολίες, αλλά και ειδικές προκλήσεις στην εκπαιδευτική διαδικασία. Και εκεί πρέπει να επικεντρωθούν και οι φορείς της πολιτείας, που εμπλέκονται άμεσα στα θέματα των ατόμων με αναπηρία. Είναι άλλωστε γεγονός, στην πορεία της ανθρώπινης ιστορίας, πως το αίτημα για ίση αντιμετώπιση, για ίσες ευκαιρίες και για ανάπτυξη των δυνατοτήτων του κάθε ατόμου ανεξαιρέτως κερδίζει έδαφος πρώτα και κύρια μέσα από τη διεύρυνση και εξασφάλιση της παιδείας.
Έτσι και τα όνειρα των παιδιών, τα πολλά όνειρα που μεταφράζονται σε ένα, το όνειρο για μέλλον, δε θα έχει «τύχη» χωρίς τη συνεχή και ουσιαστική ενασχόληση των αρμοδίων με τα θέματα της εκπαίδευσης. Όχι μόνο για να μπορέσουν να ζήσουν με αξιοπρέπεια, αλλά και για να συμβάλλουν κι αυτά, δυναμώνοντας τη φωνή τους με γνώση, στη διεκδίκηση της πραγματικής ισότητας.
Ειδικά σχολεία της Κύπρου: Δαπάνες και Ανάγκες
Στο 12ο Συνέδριο της Παιδαγωγικής Εταιρείας Κύπρου, που πραγματοποιήθηκε φέτος, παρουσιάστηκε μία έρευνα ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, που αφορά στο ζήτημα των 9 Ειδικών Σχολείων της Κύπρου και το κατά πόσων η ισχυρή οικονομική ενίσχυση που δέχονται τα σχολεία αυτά από το Υπουργείο Παιδείας της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι δικαιολογημένη ή μη. Η έρευνα ήρθε λίγους μήνες μετά και από την καταγγελία της Παγκύπριας Ομοσπονδίας Συνδέσμων Γονέων Παιδιών με Ειδικές Ανάγκες για απαράδεκτες κτιριακές συνθήκες στα σχολεία Ειδικής Εκπαίδευσης της χώρας.
Στην έρευνα, που μελέτησε δεδομένα των προϋπολογισμών και των δαπανών των ειδικών σχολείων για την εικοσαετία 1990 – 2010, διαπιστώθηκε σημαντική αύξηση των κονδυλίων που παρέχονται στα ειδικά σχολεία από το Υπουργείο Παιδείας. Επίσης έγινε εμφανές ότι μετά το 1999 ο πληθυσμός των μαθητών μειώνεται, ενώ των εκπαιδευτικών αυξάνεται. Παράλληλα διαπιστώθηκε ότι οι διευθυντές των σχολείων εξέφρασαν ικανοποίηση από την ανταπόκριση του Υπουργείου στους προϋπολογισμούς και τις οικονομικές ανάγκες των ειδικών σχολείων, φανερώνοντας την ευαισθητοποίηση του κράτους για την Ειδική Εκπαίδευση και Αγωγή.
Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έρευνας, που παρουσίασαν στο συνέδριο οι Πέτρος Δημητρίου και Ελένη Φτιάκα από το Πανεπιστήμιο Κύπρου, «Με βάση τις διακυμάνσεις που καταγράφηκαν στο σχολικό πληθυσμό των ειδικών σχολείων την τελευταία εικοσαετία δε δικαιολογούνται οι αυξήσεις στις οικονομικές δαπάνες των ειδικών σχολείων. Συγκεκριμένα, ενώ καταγράφεται μείωση στον αριθμό των παιδιών, ο αριθμός του διδακτικού προσωπικού αυξάνεται και ταυτόχρονα οι οικονομικές δαπάνες για τα ειδικά σχολεία αυξάνονται, παρά το γεγονός ότι ο αριθμός των παιδιών μειώνεται. Η μόνη εξήγηση για την αύξηση των κονδυλίων φαίνεται να αποδίδεται κυρίως στην αύξηση του αριθμού των εργοδοτούμενων σε αυτά».
Από τις αδικαιολόγητες, κατά την έκθεση, δαπάνες είναι χαρακτηριστικό ότι οι μικρότερες αυξήσεις σημειώθηκαν στον τομέα της αγοράς εξοπλισμού και των κτιριακών αναγκών των σχολείων, παρά το γεγονός ότι τόσο οι Διευθυντές, όσο και το Υπουργείο υποστηρίζει ότι αυτά συντηρούνται και αναβαθμίζονται συνεχώς. Βέβαια, όπως επισημαίνει και η έρευνα, οι διευθυντές αναφέρθηκαν στις αναπτυξιακές κτιριακές ανάγκες του σχολείου, που μέχρι στιγμής δεν έχουν βρει ανταπόκριση, ενώ είναι απαραίτητο να σημειώσουμε ότι οι αναπτυξιακές κτιριακές παρεμβάσεις χρηματοδοτούνται απευθείας από τεχνικές υπηρεσίες του Υπουργείου και όχι από τον προϋπολογισμό των σχολείων.
Είναι σημαντικό στη σημερινή εποχή, με τις δυσκολίες που αυτή συνεπάγεται, να προβληματιζόμαστε σχετικά με τις κρατικές δαπάνες. Χωρίς καμία διάθεση να αμφισβητήσουμε την προσφορά των ειδικών σχολείων στην καθημερινότητα παιδιών και γονέων και τη συμβολή τους στην εκπαίδευση των παιδιών, δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε, όταν διαπιστώνουμε τέτοια ευρήματα, αν η διάθεση των κονδυλίων γίνεται προς τη σωστή κατεύθυνση. Και η σωστή κατεύθυνση πρέπει να γίνεται πάντοτε με τη βελόνα της πυξίδας στραμμένη… στο παιδί.
Της Λίας Παπαϊωάννου
Δεν έχει περάσει πολύς καιρός που ένα από τα κεντρικά θέματα των ειδήσεων, στην τηλεόραση και τα έντυπα της χώρας, ήταν η διεξαγωγή του Ραδιομαραθωνίου για τα άτομα με αναπηρίες. Οι πολιτικοί υποδέχθηκαν παιδιά με ειδικές ανάγκες στο Κοινοβούλιο και άκουσαν αιτήματα, παράπονα αλλά και όνειρα των παιδιών. Όνειρα που τελικά συνοψίζονταν στο εξής ένα; Τα παιδιά θέλουν να έχουν μέλλον.
Μπορεί όμως η κοινωνική πολιτική για τα άτομα με αναπηρία να έχει ως κεντρικό της σύμβολο μια φιλανθρωπική εκδήλωση; Τα άτομα αυτής της ευπαθούς ομάδας της κοινωνίας την περίοδο της κρίσης χρειάζονται κάτι παραπάνω από τη φιλανθρωπία και την αλληλεγγύη των συνανθρώπων τους. Χρειάζονται αρχικά μια ευκαιρία να βρουν τις δικές τους δυνάμεις και την αρωγή της πολιτείας, για να έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν τις δυνάμεις αυτές στην κοινωνία σαν ισότιμα μέλη.
ΤΟ ΑΝΑΠΗΡΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΑΝΤΙΔΡΑ
Το ίδιο το Αναπηρικό κίνημα αντιδρά για τη διοργάνωση του ραδιομαραθωνίου στην Κύπρο, θεωρώντας πως είναι περισσότερο προσβλητικός παρά βοηθητικός για τα άτομα με αναπηρία. Όπως υποστηρίζουν φορείς του αναπηρικού κινήματος, η συλλογή χρημάτων «γενικώς και αορίστως» εξυπηρετεί κυρίως την ανάδειξη και προβολή της προσφοράς των «εχόντων και κατεχόντων». Παραβιάζοντας το δικαίωμα των ανθρώπων, που υποτίθεται ότι συνδράμει στον αυτοπροσδιορισμό, αγνοώντας τη βασική αρχή των ατόμων με αναπηρία «τίποτε για εμάς, χωρίς εμάς», αφού οι εκδηλώσεις του διεξάγονται από άτομα χωρίς τις απαιτούμενες γνώσεις, όπως επισημαίνει ο ΚΥΣΟΑ (Κυπριακή Συνομοσπονδία Οργανώσεων Αναπήρων), δίνει άλλοθι στην ανεπάρκεια και αδιαφορία των αρμόδιων κρατικών φορέων, που οφείλουν να αντιμετωπίζουν τα άτομα με αναπηρία και ειδικές ανάγκες ως ίσους μεταξύ ίσων στην κοινωνία.
Ο Ραδιομαραθώνιος «δεν προσβάλλει μόνο τα άτομα με αναπηρία ως ισότιμα υποκείμενα κοινωνικών δικαιωμάτων, διότι εμπορευματοποιεί την αναπηρία και «επενδύει» σε λογικές κοινωνικού οίκτου και ελέους, αλλά κατά μείζονα λόγο την Κύπρο ως σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα και την κυπριακή κοινωνία στο σύνολό της», σημειώνει σε σχετική της ανακοίνωση η Παγκύπρια Οργάνωση Τυφλών. Στην ίδια ανακοίνωση η Παγκύπρια Οργάνωση τυφλών επισημαίνει με σκληρή γλώσσα ότι: «Το προϊόν Ραδιομαραθώνιος επιβάλλει βίαια στην Κυπριακή κοινωνία στάσεις και αντιλήψεις προσβλητικές για τα άτομα με αναπηρία και τις οργανωμένες διεκδικήσεις τους, συντηρώντας στερεότυπα και προκαταλήψεις ξεπερασμένες στον πολιτισμένο κόσμο εδώ και δεκαετίες» και καταλήγει στο αυτονόητο συμπέρασμα πως «Τα άτομα με αναπηρία δε διεκδικούν κοινωνικό οίκτο ή προσφωνήσεις ψευτο-θαυμασμού, διεκδικούν πολιτικές ισότιμης κοινωνικής ένταξης».
Πράγματι, το αναπηρικό κίνημα στην Κύπρο έχει δυνατή φωνή. Φωνή περήφανη που δεν αντέχει να τσαλακώνεται συνεχώς από την πραγματικότητα. Αντιμάχεται τις παρωχημένες απόψεις περί μιας ομάδας που χρήζει ελεημοσύνης και παλεύει και για να εξασφαλίσει την ειδική μέριμνα, που θα της επιτρέψει να πορεύεται με αξιοπρέπεια. Κι ο βασικός λόγος που αντιδρά σε δομές που νιώθει ότι δεν προσφέρουν ουσιαστικές λύσεις είναι ότι τα προβλήματα χρονίζουν, εμποδίζοντάς τους ακόμα και στο 2012 να νιώσουν την ισότητα, που ξέρουν ότι έχουν εξασφαλίσει «στα χαρτιά».
ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ Η ΠΡΟΣΒΑΣΙΜΟΤΗΤΑ
Η προσβασιμότητα των ατόμων με αναπηρία στο κέντρο των πόλεων, σε υπηρεσίες, αλλά και η ελεύθερη μετακίνησή τους, είναι ένα διαχρονικό πρόβλημα που ζητά απάντηση και λύση στην κυπριακή κοινωνία. Φωτεινή εξαίρεση στα ζητήματα προσβασιμότητας αποτελεί ίσως η πόλη της Λάρνακας, που μάλιστα έχει βρεθεί στην τρίτη θέση ανάμεσα σε 2,268 Ευρωπαϊκές πόλεις στον διαγωνισμό European Mobility Award. Σε ό,τι αφορά στην πρωτεύουσα, η εικόνα είναι αποκαρδιωτική. Εκτός από το γεγονός ότι σε αρκετά σημεία της πόλης δεν υπάρχουν πεζοδρόμια, όσα υπάρχουν και έχουν πρόβλεψη για πρόσβαση από ΑμεΑ συχνά είναι κατειλημμένα από αυτοκίνητα, ιδιαίτερα τις ώρες αιχμής, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει αρκετός χώρος για την κίνηση ενός ανθρώπου με κινητικά προβλήματα, που χρειάζεται αναπηρικό καροτσάκι.
«Στη χώρα μας, σήμερα, τα άτομα με βαριές κινητικές αναπηρίες ζουν σε συνθήκες αποκλεισμού και περιθωριοποίησης, έχοντας να αντιμετωπίσουν καθημερινά διακρίσεις, όσο αφορά στην απόλαυση ίσων ευκαιριών μέσα από την πρόσβαση στα κτίρια, εξωτερικούς χώρους και υπηρεσίες. Όσα κτίρια κτίστηκαν πριν το 1999, δυστυχώς δεν απαιτείται από το νόμο να γίνουν προσβάσιμα, ούτε οι τοπικές αρχές έχουν μέχρι σήμερα πάρει πρωτοβουλίες, για να πείσουν τους ιδιοκτήτες να κάνουν τα κτίρια τους προσβάσιμα. Πού είναι η κοινωνική ευαισθησία αυτών των ιδιοκτητών και της κοινωνίας, αν ανεχόμαστε μέλη της κοινωνίας μας να ζουν αποκλεισμένα;», αναφέρει χαρακτηριστικά ανακοίνωση της Ένωσης Παραπληγικών Κύπρου αναδεικνύοντας το πρόβλημα.
Ήδη, από τον Ιανουάριο του 2011 ολοκληρώθηκε το έργο «Καθολική προσβασιμότητα στα άτομα με αναπηρία» που έχαιρε συγχρηματοδότησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από την Κυπριακή Δημοκρατία, αλλά τα εμφανή προβλήματα παραμένουν, ιδίως στα κτίρια που δεν έχουν κατασκευαστεί την τελευταία δεκαετία.
Το πρόβλημα της προσβασιμότητας αναδείχθηκε εκ νέου μέσα από τα αποτελέσματα πρόσφατης έρευνας- έκθεσης της Αρχής Ισότητας, που καταγράφει τις ανεπάρκειες ή την πλήρη έλλειψη υποδομών προσβασιμότητας στα ποδοσφαιρικά γήπεδα της χώρας. Η έκθεση εκθέτει μία ακόμη πλευρά του προβλήματος, που αποκλείει τα άτομα με αναπηρία από τη διασκέδαση. Παράλληλα, παραθέτει το σύνολο της εγχώριας και διεθνούς νομοθεσίας περί προσβασιμότητας, καταδεικνύοντας αδιαφορία από πλευράς των αρμοδίων για τα Κυπριακά ποδοσφαιρικά γήπεδα να συμμορφωθούν με την κείμενη νομοθεσία και να παρέχουν απρόσκοπτη πρόσβαση στο φίλαθλο κοινό, που αντιμετωπίζει κινητικά προβλήματα.
Η εξασφάλιση της προσβασιμότητας, όσο κι αν αφορά την πολιτεία και τις προτεραιότητες που αυτή θέτει στην χάραξη πολιτικής για τα ΑμεΑ, αφορά εξίσου και τη συμπεριφορά και την ευαισθησία των ίδιων των πολιτών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση του κ. S. F., Άγγλου υπηκόου που, σύμφωνα με τη δική του καταγγελία στην Αρχή Ισότητας, ήρθε να ζήσει στη χώρα το 2008 και έπεσε θύμα μιας συμπεριφοράς το λιγότερο απαράδεκτης, αφού στην πολυκατοικία που διέμενε συνάντησε την αντίσταση των συνενοίκων του να του παραχωρήσουν το κλειδί της τουαλέτας για ΑμεΑ, που υπήρχε στο ισόγειο του κτιρίου του. Παράδειγμα όμως της καθημερινότητας είναι και η στάθμευση συμβατικών αυτοκινήτων σε θέσεις που προορίζονται για αναπήρους, τακτική που συστηματικά απαντάται τουλάχιστον στην πρωτεύουσα. Το θετικό βέβαια είναι ότι η ποινή για το αδίκημα αυτό είναι ιδιαίτερα αυστηρή, ως όφειλε, αλλά είναι ακόμα αρκετοί αυτοί που δεν έχουν πάρει το μάθημά τους.
Η ΜΑΧΗ ΓΙΑ ΜΙΑ ΘΕΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι στην Κύπρο ήδη από το 2009 υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη, που αποκαθιστά εργασιακά άτομα με αναπηρία στο δημόσιο τομέα και μάλιστα στο υψηλότερο ποσοστό, σε σχέση με τις χώρες της Ε.Ε. (10%), ενώ έχουν διεξαχθεί και προγράμματα, που δίνουν κίνητρα σε εργοδότες του ιδιωτικού τομέα να προσφέρουν απασχόληση σε άτομα με αναπηρία. Ωστόσο, όπως επισημαίνει η ΚΥΣΟΑ υπάρχουν κενά στο νομοθετικό πλαίσιο, που συμβάλλουν στο γεγονός ότι δεν εφαρμόζεται ορθά, με αποτέλεσμα να μη βρίσκουν δουλειά άνθρωποι ικανοί να δουλέψουν. Ο ΚΥΣΟΑ, όπως επισημαίνει στο τελευταίο ενημερωτικό δελτίο της Συνομοσπονδίας, εντοπίζει το πρόβλημα εφαρμογής στην εξέταση της αναπηρίας των υποψήφιων για τις θέσεις του δημοσίου.
Όπως αναφέρεται στο δελτίο, ο ΚΥΣΟΑ έχει γίνει δέκτης παραπόνων από άτομα με αναπηρία, τα οποία παραπέμφθηκαν για αξιολόγηση στην Ειδική Πολυθεματική Επιτροπή και κρίθηκαν ως μη ανάπηρα, ενώ άτομα χωρίς πραγματική αναπηρία κρίθηκαν ανάπηρα. Η αδυναμία της ορθής εφαρμογής ενός ουσιώδους νόμου για την απασχόληση των ΑμεΑ στην Κύπρο εντοπίζεται από το ίδιο το αναπηρικό κίνημα στα εξής: Αρχικά οι εσωτερικοί κανονισμοί της αξιολόγησης των αναπήρων αποφασίστηκαν από ειδική επιτροπή, χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με το αναπηρικό κίνημα. Παράλληλα, παρά το γεγονός ότι ούτε ο Νόμος, ούτε οι Κανονισμοί προβλέπουν αξιολόγηση της λειτουργικότητας γενικά του υποψήφιου, εντούτοις το Πρωτοκόλλο Αξιολόγησης ασχολείται σε έκταση με τη λειτουργικότητα του υποψηφίου στους διάφορους τομείς της ζωής, πράγμα που δεν έχει καμιά σχέση με την καταλληλότητά του για άσκηση των καθηκόντων της συγκεκριμένης θέσης.
Μια σημαντική έλλειψη που αφορά στην απασχόληση των ατόμων με αναπηρία στην Κύπρο είναι αυτή των πρόσφατων στατιστικών στοιχείων. Τα τελευταία στατιστικά στοιχεία, που προκύπτουν από έκθεση για το εργατικό δυναμικό της Κύπρου, αναφέρουν ότι τα απασχολούμενα άτομα με αναπηρία ανέρχονται στην Κύπρο στο 25.2% του συνόλου των αναπήρων. Ποσοστό το οποίο είναι πολύ μικρό σε σύγκριση με το αντίστοιχο ποσοστό για τα Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο ανέρχεται στο 50%. Η έλλειψη αυτή είναι σημαντική, γιατί αφήνει θολή τη σημερινή εικόνα σχετικά με την απασχόληση ατόμων με αναπηρία γενικά, αλλά και ειδικότερα στο ανταγωνιστικό πεδίο του ιδιωτικού τομέα. Αφήνει άρα θολή και την εικόνα των πολλών ή λίγων επιλογών απασχόλησης που παρέχει η Κύπρος στα άτομα με αναπηρίες. Είναι γεγονός ότι το μεγαλύτερο ποσοστό αναπήρων εργάζεται και εδώ κατά κύριο λόγο στο δημόσιο, αλλά στη σημερινή εποχή της κρίσης και των μέτρων που ίσως πλήξουν σημαντικά τη λειτουργία του δημοσίου, είναι σημαντικό τα άτομα με αναπηρία να γνωρίζουν πόσες ευκαιρίες έχουν και «εκεί έξω» στο «νόμο» της ελεύθερης αγοράς.
ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ: Ο ΑΚΡΟΓΩΝΙΑΙΟΣ ΛΙΘΟΣ
Η ειδική εκπαίδευση και αγωγή στην Κύπρο είναι ένας τομέας στον οποίο διαπιστώνεται ιδιαίτερη ανάπτυξη, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στον αριθμό των ειδικών σχολείων και στην προσπάθεια για εφαρμογή της «συμπεριληπτικής εκπαίδευσης», που αφορά την ένταξη των παιδιών με αναπηρία στη γενική εκπαίδευση. Η ένταξη των παιδιών αποτελεί άλλωστε διαχρονικό αίτημα του αναπηρικού κινήματος, με τη βάση του να βρίσκεται στην ισότιμη μεταχείριση και εκπαίδευση των παιδιών με αναπηρία.
Συνολικά υπάρχουν 9 ειδικά σχολεία, ο μαθητικός πληθυσμός των οποίων μειώνεται σταδιακά από το 1999, λόγω της προσπάθειας για ένταξη των παιδιών στη γενική εκπαίδευση. Σε ανάλυση των Τιμόθεου Παπαδόπουλου (Αναπληρωτής καθηγητής, Τμήμα Ψυχολογίας του Neapolis University της Πάφου), Γιώργου Σπανούδη (Επίκουρος καθηγητής, Τμήμα Ψυχολογίας του Neapolis University της Πάφου) και της Παναγιώτας Κενδέου ( Επίκουρη καθηγήτρια, Τμήμα Ψυχολογίας του Neapolis University της Πάφου) σχετικά με την ειδική εκπαίδευση και αγωγή στην Κύπρο, σε ό,τι αφορά στην ένταξη των παιδιών στο γενικό εκπαιδευτικό σύστημα και ως επακόλουθο στην κοινωνία, αναφέρεται μια σειρά προβλημάτων και παραλείψεων.
Οφείλουμε να διευκρινίσουμε ότι η έννοια της ένταξης αποβλέπει στη λειτουργική συμμετοχή του μαθητή στις δραστηριότητες του σχολείου, εκπαιδευτικές αλλά και κοινωνικές, απολαμβάνοντας τη μέγιστη δυνατή στήριξη ενός σχολείου ανοιχτού στην εκπαίδευση όλων των παιδιών, σύμφωνα με τα αναφαίρετα δικαιώματά τους στην παιδεία και την ίση μεταχείριση. Όπως διαπιστώνεται στην ανάλυση, τα προβλήματα εντοπίζονται στην ελλιπή συνεννόηση μεταξύ των πολλών διαφορετικών δομών που εμπλέκονται στην εκπαιδευτική διαδικασία για τα παιδιά με αναπηρία, αλλά και στην ελλιπή αξιολόγηση της κατάστασης των παιδιών. Παράλληλα, επισημαίνει ότι υπάρχει έλλειψη στόχων στην εκπαίδευση των παιδιών, αλλά και έλλειψη θεωρητικών πλαισίων που να καθορίζουν τον τρόπο της εκπαίδευσης των παιδιών στον τομέα της «συμπεριληπτικής εκπαίδευσης» και πως αυτή επιτυγχάνεται μόνο με εμπειρικές παρεμβάσεις.
Ουσιαστικά αυτό που εντοπίζει και επισημαίνει η ανάλυση των καθηγητών ψυχολογίας είναι η ανάγκη για συνεχή επιμόρφωση και συνεργασία μεταξύ εκπαιδευτικών και γονέων, προκειμένου να επιτευχθεί η ομαλή και αποτελεσματική ένταξη προς όφελος των παιδιών με αναπηρία στη γενική εκπαίδευση, πράγμα που όπως διαπιστώνουν οι ίδιοι λείπει από τη χώρα μας. Και πράγματι η συνεχής εκπαίδευση των δασκάλων, αλλά και η συνεργασία τους με τους γονείς είναι στοιχεία το λιγότερο απαραίτητα, όπου αντιμετωπίζονται μαθησιακές δυσκολίες, αλλά και ειδικές προκλήσεις στην εκπαιδευτική διαδικασία. Και εκεί πρέπει να επικεντρωθούν και οι φορείς της πολιτείας, που εμπλέκονται άμεσα στα θέματα των ατόμων με αναπηρία. Είναι άλλωστε γεγονός, στην πορεία της ανθρώπινης ιστορίας, πως το αίτημα για ίση αντιμετώπιση, για ίσες ευκαιρίες και για ανάπτυξη των δυνατοτήτων του κάθε ατόμου ανεξαιρέτως κερδίζει έδαφος πρώτα και κύρια μέσα από τη διεύρυνση και εξασφάλιση της παιδείας.
Έτσι και τα όνειρα των παιδιών, τα πολλά όνειρα που μεταφράζονται σε ένα, το όνειρο για μέλλον, δε θα έχει «τύχη» χωρίς τη συνεχή και ουσιαστική ενασχόληση των αρμοδίων με τα θέματα της εκπαίδευσης. Όχι μόνο για να μπορέσουν να ζήσουν με αξιοπρέπεια, αλλά και για να συμβάλλουν κι αυτά, δυναμώνοντας τη φωνή τους με γνώση, στη διεκδίκηση της πραγματικής ισότητας.
Ειδικά σχολεία της Κύπρου: Δαπάνες και Ανάγκες
Στο 12ο Συνέδριο της Παιδαγωγικής Εταιρείας Κύπρου, που πραγματοποιήθηκε φέτος, παρουσιάστηκε μία έρευνα ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, που αφορά στο ζήτημα των 9 Ειδικών Σχολείων της Κύπρου και το κατά πόσων η ισχυρή οικονομική ενίσχυση που δέχονται τα σχολεία αυτά από το Υπουργείο Παιδείας της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι δικαιολογημένη ή μη. Η έρευνα ήρθε λίγους μήνες μετά και από την καταγγελία της Παγκύπριας Ομοσπονδίας Συνδέσμων Γονέων Παιδιών με Ειδικές Ανάγκες για απαράδεκτες κτιριακές συνθήκες στα σχολεία Ειδικής Εκπαίδευσης της χώρας.
Στην έρευνα, που μελέτησε δεδομένα των προϋπολογισμών και των δαπανών των ειδικών σχολείων για την εικοσαετία 1990 – 2010, διαπιστώθηκε σημαντική αύξηση των κονδυλίων που παρέχονται στα ειδικά σχολεία από το Υπουργείο Παιδείας. Επίσης έγινε εμφανές ότι μετά το 1999 ο πληθυσμός των μαθητών μειώνεται, ενώ των εκπαιδευτικών αυξάνεται. Παράλληλα διαπιστώθηκε ότι οι διευθυντές των σχολείων εξέφρασαν ικανοποίηση από την ανταπόκριση του Υπουργείου στους προϋπολογισμούς και τις οικονομικές ανάγκες των ειδικών σχολείων, φανερώνοντας την ευαισθητοποίηση του κράτους για την Ειδική Εκπαίδευση και Αγωγή.
Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έρευνας, που παρουσίασαν στο συνέδριο οι Πέτρος Δημητρίου και Ελένη Φτιάκα από το Πανεπιστήμιο Κύπρου, «Με βάση τις διακυμάνσεις που καταγράφηκαν στο σχολικό πληθυσμό των ειδικών σχολείων την τελευταία εικοσαετία δε δικαιολογούνται οι αυξήσεις στις οικονομικές δαπάνες των ειδικών σχολείων. Συγκεκριμένα, ενώ καταγράφεται μείωση στον αριθμό των παιδιών, ο αριθμός του διδακτικού προσωπικού αυξάνεται και ταυτόχρονα οι οικονομικές δαπάνες για τα ειδικά σχολεία αυξάνονται, παρά το γεγονός ότι ο αριθμός των παιδιών μειώνεται. Η μόνη εξήγηση για την αύξηση των κονδυλίων φαίνεται να αποδίδεται κυρίως στην αύξηση του αριθμού των εργοδοτούμενων σε αυτά».
Από τις αδικαιολόγητες, κατά την έκθεση, δαπάνες είναι χαρακτηριστικό ότι οι μικρότερες αυξήσεις σημειώθηκαν στον τομέα της αγοράς εξοπλισμού και των κτιριακών αναγκών των σχολείων, παρά το γεγονός ότι τόσο οι Διευθυντές, όσο και το Υπουργείο υποστηρίζει ότι αυτά συντηρούνται και αναβαθμίζονται συνεχώς. Βέβαια, όπως επισημαίνει και η έρευνα, οι διευθυντές αναφέρθηκαν στις αναπτυξιακές κτιριακές ανάγκες του σχολείου, που μέχρι στιγμής δεν έχουν βρει ανταπόκριση, ενώ είναι απαραίτητο να σημειώσουμε ότι οι αναπτυξιακές κτιριακές παρεμβάσεις χρηματοδοτούνται απευθείας από τεχνικές υπηρεσίες του Υπουργείου και όχι από τον προϋπολογισμό των σχολείων.
Είναι σημαντικό στη σημερινή εποχή, με τις δυσκολίες που αυτή συνεπάγεται, να προβληματιζόμαστε σχετικά με τις κρατικές δαπάνες. Χωρίς καμία διάθεση να αμφισβητήσουμε την προσφορά των ειδικών σχολείων στην καθημερινότητα παιδιών και γονέων και τη συμβολή τους στην εκπαίδευση των παιδιών, δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε, όταν διαπιστώνουμε τέτοια ευρήματα, αν η διάθεση των κονδυλίων γίνεται προς τη σωστή κατεύθυνση. Και η σωστή κατεύθυνση πρέπει να γίνεται πάντοτε με τη βελόνα της πυξίδας στραμμένη… στο παιδί.
Της Λίας Παπαϊωάννου

0 comments